Παραγωγή και Παραγωγικότητα : μια σχέση που χρειάζεται διερεύνηση;

από kapetanios

του Κώστα Μελά.
ΠΗΓΗ

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία για την ελληνική οικονομία ,υπάρχει (ισχυρή) θετική συσχέτιση ,μεταξύ αύξησης του προϊόντος και αύξησης της παραγωγικότητας [1]. Όμως ποια είναι η σχέση αιτίου –αιτιατού; Η αύξηση ξεκινά από την παραγωγή και κατευθύνεται στην παραγωγικότητα ή το αντίθετο; Σύμφωνα με όλες τις αναλύσεις  η σχέση αιτίου και αιτιατού λειτουργεί από την αύξηση της παραγωγής προς την αύξηση της παραγωγικότητας , όχι το αντίστροφο. Δηλαδή , βραχυπρόθεσμα, η αύξηση στην παραγωγή οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας [2]. Αυτό οφείλεται πρωταρχικά στη λειτουργία του νόμου του Okun[3].
  Η εξήγηση είναι απλή:  σε  δύσκολους περιόδους οι επιχειρήσεις προβαίνουν σε αποθεματοποίηση εργασίας – κρατούν περισσότερους εργαζόμενους από όσους χρειάζονται για την τρέχουσα παραγωγή.  Όταν η ζήτηση αγαθών αυξηθεί για οποιονδήποτε λόγο, οι επιχειρήσεις ανταποκρίνονται αυξάνοντας εν μέρει την απασχόληση και εν μέρει έχοντας τους υπάρχοντες εργαζόμενους να δουλεύουν σκληρότερα. Αυτός είναι ο λόγος  που οι αυξήσεις στην παραγωγή οδηγούν σε αυξήσεις στην παραγωγικότητα. Δηλαδή οι διοικούντες τις επιχειρήσεις ασκούν διοίκηση , απολύοντας τους κατά την άποψή τους λιγότερο αποδοτικούς εργαζομένους και διατηρώντας στην εργασία έναν αριθμό εργαζομένων υψηλότερο από αυτόν που τους είναι χρήσιμος στην παρούσα συγκυρία, με στόχο την άμεση ανταπόκριση σε αυξημένη ζήτηση. Η αρχή αυτή δυστυχώς δεν εφαρμόστηκε ούτε κατά το ελάχιστο στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας.
Ουσιαστικά διαπιστώνεται άρνηση διοίκησης εκ μέρους της Τρόικας αλλά και του ελληνικού κράτους.
Οι οριζόντιες περικοπές επί δικαίων και αδίκων , οι μονομερείς και βίαιες αποδιαρθρώσεις των αγορών εργασίας και προϊόντων, δεν συνιστούν άσκηση οικονομικής πολιτικής αλλά απλά διαδικασίες μονόπλευρου γκρεμίσματος και υποβάθμισης όλου του πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας των τελευταίων 40 ετών για να μην πούμε περισσότερο.
Είναι αφελές να πιστεύει ο οποιοσδήποτε ότι αυτή η τόσο βίαιη διάλυση του πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας και της κοινωνίας  θα δημιουργήσει ένα νέο ισχυρό πλαίσιο λειτουργίας όπως θεωρούν οι θιασώτες αυτών των απόψεων και ότι  δεν θα οδηγήσει  βραχυχρονίως  σε διαλυτικά γεγονότα και μακροχρονίως στην επαναφορά εκείνων των λειτουργιών και  καταστάσεων  τις οποίες το κοινωνικό σύνολο θεωρεί οικείες και ασφαλείς.
Πίνακας 1
Σχέσεις μεταξύ Παραγωγικότητας , Ανεργίας , Πληθωρισμού και Ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ στην Ελληνική Οικονομία.
Ρυθμός Μεγέθυνσης ΑΕΠ
Παραγωγικότητα Εργασίας
% Ανεργίας
Πληθωρισμός (Αποπληθωριστής ΑΕΠ)
Ρυθμός μεταβολής Ανεργίας
1961-1973
8,5
9,0
4,4
4,4
1974-1985
1,7
0,7
3,8
19,1
1986-1990
1,2
0,5
6,6
17,2
1991-1995
1,2
0,6
8,3
13,9
1996-2000
3,4
2,9
10,7
5,1
2001-2005
4,0
2,7
10,2
3,2
2006
5,5
3,6
8,9
2,5
2007
3,0
1,4
8,3
3,5
2008
-0,2
-0,9
7,7
4,7
2009
-3,2
-3,0
9,5
2,8
2010
-3,5
-1,7
12,6
1,7
2011
-5,5
0,2
16,6
0,2
2012
Πηγή: European Economic Forecast – Autumn 2011.   
2.
Για να μπορέσουμε να σκεφτούμε σχετικά με τη βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη ανταπόκριση της παραγωγής σε μια αλλαγή στην παραγωγικότητα βραχυπρόθεσμα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ένα θεωρητικό υπόδειγμα. Χρησιμοποιούμε για το ζήτημα αυτό το υπόδειγμα συνολικής προσφοράς (σπ) και συνολικής ζήτησης (σζ). Τα βασικά χαρακτηριστικά του οποίου είναι τα ακόλουθα:
–          Το σημείο τομής των δύο καμπυλών (σπ. – σζ) καθορίζει το επίπεδο της παραγωγής.
–          Η σχέση σζ δίνει την παραγωγή για ένα δεδομένο επίπεδο τιμών. Έχει αρνητική κλίση. Μια αύξηση των τιμών οδηγεί σε μείωση του επιπέδου παραγωγής. Η εξήγηση είναι: μια αύξηση στο επίπεδο τιμών οδηγεί σε μείωση του αποθέματος πραγματικού χρήματος. Αυτό οδηγεί σε αύξηση του ύψους του επιτοκίου και σε μείωση της παραγωγής.
Ας θεωρήσουμε ότι αυξάνει η παραγωγικότητα.
Η επίπτωση μιας αύξησης της παραγωγικότητας είναι η μείωση του όγκου της εργασίας που απαιτείται για την επίτευξη μιας μονάδας παραγωγής , μειώνοντας το κόστος για τις εταιρίες. Αυτό οδηγεί τις εταιρίες να μειώσουν την τιμή που χρεώνουν σε κάθε επίπεδο της παραγωγής. Αυτά είναι τα αναμενόμενα αποτελέσματα από την πλευρά της συνολικής καμπύλης προσφοράς.
Τώρα τίθεται η ακόλουθη ερώτηση : μια αύξηση στην παραγωγικότητα αυξάνει ή μειώνει τη ζήτηση αγαθών σε ένα δεδομένο επίπεδο τιμών;
Δεν υπάρχει γενική απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Η απάντηση εξαρτάται από το τι πυροδότησε εξαρχής την αύξηση της παραγωγικότητας.
–          Αν αυτό ήταν από την εκτεταμένη εφαρμογή μιας νέας τεχνολογικής εφεύρεσης ή από τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό (επενδύσεις σε μηχανήματα και ηλεκτρονικά μέσα) ή ακόμα από έργα υποδομής που αποτελούν προϋπόθεση για την πραγμάτωση των επενδύσεων μπορεί να παρουσιαστεί αύξηση της ζήτησης  με δεδομένο το επίπεδο τιμών. Συνεπώς η  επενδυτική δαπάνη (γενικά και ειδικά) μπορεί να αυξήσει τη ζήτηση και να δημιουργήσει θετικές προσδοκίες μεγέθυνσης της οικονομίας
–          Αν όμως αυτό προέρχεται από την «αποτελεσματική» χρήση των υφισταμένων τεχνολογιών και τις αναδιοργανώσεις – διαρθρωτικές αλλαγές που επί της ουσίας επιβάλλουν «συρρίκνωση» στην οικονομία τότε δεν υπάρχει προϋπόθεση αύξησης της ζήτησης.  Η αναδιοργάνωση- συρρίκνωση δεν απαιτεί σχεδόν καθόλου νέες επενδύσεις. Βασική συνέπεια των αναδιοργανώσεων τέτοιου είδους είναι η απώλεια θέσεων εργασίας και η αύξηση της ανεργίας. Ουσιαστικά επιχειρείται αύξηση της παραγωγικότητας με φθίνοντες ρυθμούς μεταβολής τόσο του παραγόμενου προϊόντος όσο και του αριθμού των απασχολουμένων με τη διαφορά μόνο ότι οι ρυθμοί μείωσης της απασχόλησης  είναι (ή θα πρέπει να είναι) μεγαλύτεροι από τους αντίστοιχους του παραγόμενου προϊόντος.
3.
Κατά τα έτη 1995-2002, η παραγωγικότητα αυξανόταν στην Ελλάδα με πολύ υψηλότερους ρυθμούς σε σύγκριση με τις περιοχές αναφοράς, και εν συνεχεία, μέχρι και το 2008, η απόσταση που χωρίζει την παραγωγικότητα στην Ελλάδα από την μέση παραγωγικότητα στην ευρωζώνη, την ΕΕ-15 ή την Γερμανία,  σταθεροποιήθηκε. Με άλλα λόγια, ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας στην Ελλάδα παρέμενε περίπου ίσος με το αντίστοιχο μέσο μέγεθος στις περιοχές αναφοράς. Το άλμα που πραγματοποίησε η ελληνική οικονομία, σε ό, τι αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας κατά την περίοδο 1995-2008, αναβάθμισε την θέση της στην κατάταξη των ανεπτυγμένων οικονομιών της Ευρώπης με κριτήριο την παραγωγικότητα. Σε σχέση με την ΕΕ των 15 «παλαιών» χωρών μελών, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ανερχόταν το 2009 σε 89% του μέσου όρου, ενώ σε σχέση με την Ευρώπη των 27, το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν σε 97%. Ο ρυθμός μεγέθυνσης της παραγωγής  την ίδια περίοδο ήταν πολύ μεγαλύτερος από την αύξηση της παραγωγικότητας.
Πίνακας 2
     Παραγωγικότητα Εργασίας στην Ελλάδα, ΕΕ-15, ΕΕ-27.
ΕΕ-15
ΕΕ-27
Ελλάδα
1991-95
2.0
0.6
1996-00
1.5
2.5
2.9
2001
1.0 (μέσος όρος περιόδου 20 01-2005)
1.4
2.7 (μέσος όρος περιόδου 20 01-2005)
02
1.5
03
1.2
04
2.0
05
1.1
06
1.8
1.8
 3.6
07
1.4
1.4
 1.4
08
-0.6
-0.6
-0,9
09
-2.4
-2.4
-3,0
10
2.3
2.6
-1.7
11
1.1
1.1
  0.2
12
0.5
0.5
Πηγή: European Economic Forecast – Autumn 2011.   
4. Τι συμβαίνει σήμερα στην ελληνική οικονομία .
Απλά επιβάλλεται μια «αναδιάρθρωση» της ελληνικής οικονομίας μέσω «συρρίκνωσης» μάλιστα με τέτοιο βίαιο τρόπο που αποκλείεται να αυξηθεί  η ζήτηση στο προσεχές μέλλον. Η επιζητούμενη αύξηση της παραγωγικότητας προέρχεται από εσωτερικές συρρικνωτικές «αναδιαρθρώσεις».  Το τεράστιο εναλλακτικό κόστος είναι η δραματική αύξηση της ανεργίας. Αν δεν αυξηθεί η ζήτηση (επενδυτική αλλά και καταναλωτική)  η οικονομία θα συρθεί σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο «ισορροπίας» που δεν γνωρίζουμε  ποιο θα είναι , δεδομένου ότι τα υφεσιακό σπιράλ το οποίο καθοδηγεί την οικονομία θα συνεχίσει να κάνει απρόσκοπτα  τη δουλειά του . Η αναμενόμενη και μη εμφανιζόμενη μεγέθυνση της οικονομίας δεν μπορεί να γεννηθεί από την πλευρά της προσφοράς. Απλά καθηλώνεται η οικονομία , διαλύεται ο κοινωνικός ιστός , μεγαλώνει η ανεργία , μικραίνει αισθητά η ευημερία , εξαφανίζεται η όποια αποτελεσματικότητα της οικονομικής δράσης στην δημιουργία ενός πολύ χαμηλού επιπέδου ισορροπίας το οποίο υποτίθεται θα αντανακλά τις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες της.
Όλα αυτά υποτίθεται θα αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και παράλληλα θα προκαλέσουν εισροή πόρων ικανών να καλύψουν το χάσμα χρηματοδότησης της διευρυμένης αναπαραγωγής του εισοδήματος. Επομένως όλα θα πάνε κατ’ ευχή αρκεί να βρεθεί η ελληνική οικονομία στο  «άριστο» σημείο ισορροπίας ως προς ποιο μέγεθος; Μάλλον το ζητούμενο επί του παρόντος , μπορούμε να υποθέσουμε ότι  θα πρέπει να είναι το πρωτογενές πλεόνασμα .
Όμως ακόμη και η πιθανολογούμενη  δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος , μόνη της, δεν λύνει το πρόβλημα της ισορροπίας της οικονομίας.
 Το δημόσιο χρέος το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί το υπ’ αριθμό ένα πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ,σύμφωνα πάντοτε με το οικονομικό πρόγραμμα που εφαρμόζεται από την Τρόικα,  δεν μπορεί να μπει σε μια ισορροπημένη πορεία όσο δεν μεγεθύνεται το ΑΕΠ και όσο τα παραγόμενα  πρωτογενή πλεονάσματα δεν είναι διαρκή και ενός ορισμένου ύψους. Το πόσο σημαντική είναι η πορεία του ΑΕΠ φαίνεται από τις συζητήσεις που γίνονται σήμερα στο Υπουργείο Οικονομικών με την Τρόικα σχετικά με τις εξελίξεις αυτού του μεγέθους. Το μακροοικονομικό σενάριο έχει χειροτερεύσει δραματικά από το Μάρτιο. Διαπιστώνεται  μεγαλύτερη ύφεση για το 2012 ,και προβλέπεται επίσης μεγαλύτερη ύφεση για το 2013 κάτι  που σημαίνει ότι για να υπάρξει  πρωτογενές πλεόνασμα το 2016  της τάξης του  4,5% του ΑΕΠ δεν φτάνουν μέτρα 11,5 δισ. ευρώ. Συγκεκριμένα υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν  στη διετία 2013-2014  18 δισ. ευρώ. Παράλληλα δεν πρέπει να λησμονούμε  ότι ήδη έχουμε καταστεί μάρτυρες μιας πρώτης απομείωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους η οποία σημειωτέον ήταν έξω από την λογική του προγράμματος  η οποία παρόλα αυτά δεν στάθηκε ικανή  να ποδηγετήσει το ελληνικό δημόσιο χρέος.
 Επομένως οδεύουμε σε μια κατάρρευση του παραγομένου εισοδήματος αλλά κυρίως σε μια απαξίωση του παραγωγικού ιστού της χώρας την οποία η τρόικα και η κυβέρνηση επιχειρούν να παρουσιάσουν ως αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας .
_____________________________________________________________

[1] Το ίδιο παρατηρείται και για την οικονομία των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας κτλ.
[2] Δες : O.Blanchard, Μακροοικονομική. Επίκεντρο 2006. Επίσης :R. Dornbusch- S.Fischer, Μακροοικονομική, Κριτική 1993. Ακόμα: J.Stiglitz – C.Walsh , Αρχές της Μακροοικονομικής , Παπαζήση 2009.
[3] Ο συγκεκριμένος νόμος συσχετίζει τη μεταβολή του ποσοστού ανεργίας με τον αρνητικό ρυθμό μεταβολής του προϊόντος.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: