Ψαράδες στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής

από kapetanios

ΠΗΓΗ
Οι ψαράδες σε όλες τις θάλασσες αναγνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος δεν γεννιέται όπως τα θαλάσσια θηλαστικά, εξοπλισμένος να αντιμετωπίσει αυτό το ετερογενές, ευμετάβλητο περιβάλλον. Η δομική αστάθεια της ψαροσύνης περιορίζεται επιπροσθέτως και από τα κοινωνικο-ιστορικά περιβάλλοντα που βιώνει ο ψαράς.

Ψαράδες στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής

Είναι αλήθεια ότι σ’ αυτό το βασίλειο ο άνθρωπος εισχωρεί μόνο με την υποστήριξη πολιτισμικών επινοήσεων και τεχνέργων (σκάφη, δίχτυα, μηχανές, καταδυτικό εξοπλισμό) και μόνο όταν καιρός και θαλάσσιες συνθήκες το επιτρέπουν. Η παρακάτω μελέτη εστιάζεται στο πώς οι Ελληνες ψαράδες προσαρμόστηκαν στο να κερδίσουν τα προς το ζην από τη νομή των θαλάσσιων οικοσυστημάτων σε ένα νησί του Ανατολικού Αιγαίου αλλά και την αλλαγή της νοοτροπίας που σημειώθηκε με το οικο-ιστορικό «ατύχημα» της γερμανικής Κατοχής και θα επηρέαζε εφεξής θαλάσσια λεία και τον άνθρωπο θηρευτή της στο Αιγαίο.

Η παρούσα έρευνα, με βάση την εκτεταμένη χρήση συνεντεύξεων και τις μεθόδους της προφορικής ιστορίας, απαντά στους επικριτές της αλιευτικής ανθρωπολογίας που υποστηρίζουν ότι ο συγκεκριμένος επιστημονικός κλάδος δεν παράγει «γενικά συμπεράσματα» που μπορούν να προάγουν την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Και όμως! Και μόνο η εξασφάλιση της επιβίωσης στο θαλάσσιο περιβάλλον, είτε έχει αναψαριές σε κάποιο ψαροτόπι που κανείς θαλάσσιος βιολόγος μπόρεσε ποτέ να προβλέψει είτε έχει τις άγνωστες συνέπειες της παγκόσμιας πολεμικής αναταραχής και της δημοσιονομικής κρίσης που πέρασε η πατρίδα κατά την κατοχική περίοδο, μπορεί να εφοδιάσει τη σημερινή πανικόβλητη Ελλάδα με έναν «χάρτη» των αναλογιών του παρόντος με το όχι μακρινό παρελθόν και τις στρατηγικές προσαρμογής σε δυσμενείς συνθήκες που επέδειξαν οι Χιώτες ψαράδες.

Πριν από την Κατοχή…

Ψαράδες στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής

Μέχρι το 1940 στο Αιγαίο υπήρχαν τρεις κατηγορίες ψαράδων.

  • Υπήρχαν καταρχήν οι επαγγελματίες αλιείς που ψάρευαν αποκλειστικά προς βιοπορισμό και ήταν εξαρτημένοι από το επάγγελμά τους. Από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων που περιέγραφαν με τα μελανότερα χρώματα τις κακουχίες μιας ζωής γεμάτης άχθος, στερήσεις και ανεκπλήρωτους πόθους είχε μεσολαβήσει η δυναμική είσοδος των Μικρασιατών αλιέων και η μερική εκμηχάνιση των ανεμότρατων που επιχειρούσαν όμως στα ρηχά αλιευτικά πεδία, λόγω περιορισμένης ιπποδύναμης και έτρωγαν ήδη απ’ το 1930 το πικρό ψωμί της αψαριάς μαζί με τους παράκτιους αλιείς «με τους οποίους τσακωνόμασταν διαρκώς» όπως λέει ο Σ.Π, συνταξιούχος ναυτεργάτης.
  • Μια δεύτερη ομάδα, πιθανόν εξίσου πολυπληθής, ήταν οι ευκαιριακοί αλιείς, που εξασκούσαν άλλο επάγγελμα και συμπλήρωναν το τραπέζι του σπιτιού τους με ψάρια όταν και όποτε μπορούσαν. Εδώ το ψάρεμα δεν είναι ακριβώς επάγγελμα, είναι μια ελεύθερη απασχόληση, κατά κύριο λόγο εποχική, όχι όμως τελείως αποσυνδεδεμένη από την έννοια του βιοπορισμού.
  • Τέλος, η τρίτη ομάδα αποτελείται από αυτούς που ψαρεύουν αποκλειστικά για ψυχαγωγία, δηλαδή για τη συγκίνηση που προσφέρει η ίδια η αλιευτική πράξη.

Ερχονται οι Γερμανοί

Ψαράδες στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής

Με τον ερχομό των Γερμανών στο νησί το κότερο των Γουλανδρήδων επιτάσσεται και χρησιμοποιείται ως περιπολικό. Οι Γερμανοί μαζεύουν όλες τις βάρκες σε χαρακτηριστικό, ελεγχόμενο από αυτούς σημείο, στην παραλία, έξω απ’ τη θάλασσα: Στο Βροντάδο, τις μάζεψαν στη Βρύση του Πασά. Στα Καρδάμυλα τις μάζεψαν στην παραλία, στο Φρουραρχείο (νυν αστυνομία). Ολα τα καΐκια, κυρίως όσα κινούνταν με μηχανή, επιτάσσονται. Οσο για τα υπόλοιπα καΐκια, έπρεπε μόνο με άδεια να κινούνται.

Ο Μ.Μ, εννιάχρονο παιδί, όταν άρχισε η Κατοχή και εγκαταστάθηκαν τότε στα Καρδάμυλα οι Γερμανοί (Μάιος ’41), θυμάται:

«Στην Κατοχή οι Γερμανοί επιτάξανε εδώ όλα τα καΐκια, όσα είχανε μηχανή, όπως το δικό μας. Και παίρναμε βόλτα τη Βόρειο Χίο, τα παράλια, κι όπου εβρίσκανε βάρκες οι Γερμανοί, όσες «κολυμπούσανε» τις τραβούσανε πίσω, όσες δεν κολυμπούσανε τις εφέρναμε στο Φρουραρχείο το Γερμανικό. Εκεί στην αλάνα εβγαίνανε οι βάρκες όλες και περνούσανε οι Γερμανοί μια καδένα μέσ’ απ’ το χαλκά για να μην τις παίρνουν, να μην τις κλέβουν τη νύχτα… Μέχρι τα Καμπιά, όπου υπήρχε βάρκα τη μαζώξανε».

Από τις πρώτες εβδομάδες το γερμανικό Λιμεναρχείο «απαγορεύει την αλιεία προ της 6ης πρωινής και μετά την 9η εσπερινήν» σταματώντας το νυχτερινό ψάρεμα που είναι το αποδοτικότερο και το φθινόπωρο το απαγορεύουν ολοσχερώς. Στο «Χρονικόν Κατοχής της Χίου παρά των Γερμανών υπό Λεωνή Καλβοκορέση» ακούμε τη φωνή ενός Βολισσιανού δάσκαλου να διαμαρτύρεται: «το χειρότερο μέτρο των Γερμανών υπήρξε η αυστηρή απαγόρευση της αλιείας που εστέρησε από τους κατοίκους ευθυνή και θρεπτικότατη τροφή»

Ψαράδες στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής

Ο χειμώνας εκείνος ήταν καταστρεπτικός. Ο Π.Κ., ζορισμένος απ’ την πείνα εκείνου του χειμώνα, έφυγε την άνοιξη του ’42 για τη Μέση Ανατολή. «Είχεν απομείνει ο κόσμος γυμνός. Εντελώς γυμνός. Ολα τους τα ρούχα τα πουλούσανε. Αλλά και πάλι δύσκολα. Φαΐ δεν υπήρχε. Πριν σηκωθώ να φύγω, την έβγαζα κάμποσο καιρό με τους ποσπορδίλους, κάτι κρεμμύδια μεσ’ τη γη. Τα καθάριζα, τα έβραζα σ’ ένα κουτάκι κάπου, και τα ‘τρωγα έτσι, χωρίς λάδι. Ολοι τους που είχανε καΐκια ήτανε στυγνοί μαυραγορίτες. Δεν υπήρχε κανένας που να μην ήτανε. Είχε έρθει στο Παντουκιός το καΐκι γεμάτο σακιά αλεύρια και είχε μαζευτεί κόσμος πεινασμένος. Ημουνα κι εγώ. Του ζητούσαμε λοιπόν, να του το πληρώσουμε -όχι με χρυσό βέβαια! Δεν έδινε σε Λαγκαδούσους!

– Δηλαδή ο κόσμος πέθαινε κι αυτοί δεν ενδιαφέρονταν;

Τίποτα! Κανένας. Είπα κι εγώ: Moλάρισε κι ότι γίνει! Μπήκα λοιπόν σε μια βάρκα κι έφυγα στη Μέση Ανατολή».

Ψαράδες στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής

Ο καραγωγέας στο επάγγελμα, κάτοικος τότε Χώρας Χίου, Γ.Ρ, θυμάται εκείνον το χειμώνα: «Ολα τα φαγώσιμα άγρια χόρτα εξαφανίσθηκαν. Αρχίσαμε να τρώμε τσουκνίδες, άγρια σέλινα, σκουπόσπορο, σουσαμόπιτα γεμάτη πέτρες». Το μαύρο φόντο της ανέχειας και της πείνας οδήγησε στη μεγάλη φυγή που κορυφώθηκε την άνοιξη του ’42, οπότε εκατοντάδες Χιώτες πήραν τον δρόμο για την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή. Παντουκιός, Μηλιγγάς, Μερσινίδι, Ταμπάκικα, Καρφάς, Βοκαριά, όλες οι παραθαλάσσιες περιοχές της ανατολικής ακτής του νησιού ήταν τα σημεία της μεγάλης εξόδου. Ο Σ.Π., νεαρός ψαράς τότε, περιγράφει: « Πηγαίναμε τακτικά κόσμο απέναντι, μάλιστα είχε και πολλούς αιχμαλώτους πολέμου που το ‘χανε σκάσει από στρατόπεδα και η οργάνωση τους έστελνε εδώ. Γιατί τότε φεύγανε πολλοί ανθρώποι, άλλος με δικό του μέσο, άλλος με το αντίτιμο που ήπρεπε να δώκει, γιατί κι εμείς ανάγκη είχαμε? Εγώ τι ήτανε να πάρω; Κάνα κουκί μας δίνανε? Τέτοια. Πολλές αποστολές. Πάρα πολλές. Σχεδόν κάθε βράδυ. Μόνο άμα ήτανε κακοκαιρία δεν πηαίναμε?».

Η μαρτυρία του Θυμιανούση συνταξιούχου Ναυτικού Λ.Κ. διαφέρει στο ζήτημα των κινήτρων:

-Oι Γερμανοί είχαν δώσει διαταγή να μην έχει κανείς βάρκα στο ακρογυάλι. Λοιπόν ήταν ένας κι είχε μια ωραία βάρκα, την είχε μέσα στον Κάμπο, στο σπίτι του. Αυτή τη βάρκα την πήραμε από κει και τη φέραμε στον Καρφά, μέσα σε κάτι συκιές. Ανοίξαμε ένα λάκκο στην άμμο και τη θάψαμε μέσα. Οταν την βγάζαμε, την σηκώναμε στον αέρα, ούτε να την τραβάμε ούτε να τη σέρνουμε.

Ψαράδες στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής

Στην ερώτηση αν οι βαρκάρηδες που φυγάδευαν κόσμο το έκαναν για πατριωτικό σκοπό η απάντησή του ήταν καταπέλτης:

«Δεν είχε, μωρέ πατριωτικά τότε! Ακου τι λέει; O σώζων εαυτόν σωθήτω! Ετσι έλεγαν τότε όλοι! Για να σε περάσουν απέναντι παίρνανε ή λεφτά ή χρυσαφικά…».

Ο Γ.Π., τριάντα χρόνια πολιτικός πρόσφυγας, μετά τον Εμφύλιο μνημονεύει την αυθόρμητη βοήθεια ενός γέρου ψαρά στην προσπάθειά της φυγής του για τη Μέση Ανατολή: «Ρίξαμε τη βάρκα, μπήκαμε μέσα και τραβάμε για να πάμε απέναντι στην Τουρκία. Τραβούσαμε τέσσερα κουπιά αλλά που? Μας έβρεχε και το κύμα, η νοτιά. Είχε ψηλά κύματα, που να πας τώρα με τη βάρκα. Φτάνουμε τελικά σ’ ένα νησάκι και τραβάμε τη βάρκα όξω λίγο και καθίζουμε να βρούμε κάνα αχινό, καμιά πεταλίδα. Εκεί ήταν ένας ψαράς από τη Χίο και ψάρευε χταπόδια, είχε και μια βάρκα με πανί. Θυμάμαι, μας έδωσε ένα χταπόδι. Πεινούσαμε, αλλά φοβόμασταν ν’ ανάψουμε φωτιά να ψήσουμε το χταπόδι. Το χτυπήσαμε λίγο και πολεμούσαμε να το φάμε άψητο μα ξερνούσαμε σα τις γάτες?».

Ψαράδες στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής

Το γερμανικό Λιμεναρχείο με την απόφαση 288/43, τον Μάρτη του ’43 ξαναεπιτρέπει την αλιεία υπό αυστηρότατους όρους και εγγυήσεις οι όροι των οποίων γίνονταν βαρύτεροι όσο επιδεινωνόταν η πολεμική κατάσταση για τον Αξονα. Οι κυριότεροι: α) Oι ψαράδες οφείλουν να παρουσιάζονται πριν και μετά το ψάρεμα στην υπεύθυνη λιμενική αρχή. β) Καταγράφεται η ώρα απόπλου και η επιστροφή γίνεται τουλάχιστον μία ώρα πριν τη Δύση γ) Καθορίζεται το μέρος του ψαρέματος δ) Την ώρα της πώλησης καταγράφεται η αξία και η ποσότητα από επιτροπή.

Για τους ψαράδες που έπαιρναν την πολυπόθητη άδεια, η οποία ανανεωνόταν κάθε μήνα, εγγυούνταν η εκάστοτε δημοτική αρχή. Ο Λ. Καλβοκορέσης στο Χρονικό του θεωρούσε ότι «χάρις οφείλεται στους παρέχοντας την εγγύησή των διά τας λέμβους, διά τας οποίας ο πειρασμός της χρησιμοποιήσεώς των διά τα επικερδέστερα ταξίδια εις την τουρκικήν παραλίαν, ήτο μεγάλος». Για τον Δ.Χ., συνταξιούχο ναυτικό, δεν πρέπει το έθνος να οφείλει καμιά χάρη:

«Τις άδειες για τις βάρκες στο Βροντάδο τις πήρε με μέσο ένας δωσίλογος που πήγαινε γυναίκες στους Γερμανούς. Τις βάρκες τις ετραβούσαν όξω και το πρωί πήγαινες εσύ που ήθελες να ρίξεις τη βάρκα στη θάλασσα, σου ‘δινε το «χαρτί» της βάρκας, το «παπιόν», έτσι το λέγανε, κι επήγαινες στη δουλειά. Με τη συμφωνία ότι όσα καλαμαράκια πιάσεις-ήταν η εποχή τους- θα τα δώκεις σ’ αυτόν. Γι’ αυτό, άμα φύγανε οι Γερμανοί και τον κλείσανε οι ΕΛΑΣίτες μέσα, ίσαμε να δικαστεί, όταν περνούσε η γυναίκα του, με το καλαθάκι και του πήγαινε στις φυλακές φαΐ, της φώναζαν: καλαμαράκια! Τι να το κάνεις! Επήγε στην Αθήνα και γίνηκε μεγάλος και τρανός! Ναι, ο ρουφιάνος!»

Το ψάρεμα την Κατοχή
Από τις τρεις κατηγορίες ψαράδων απέμειναν να ψαρεύουν μόνον οι επαγγελματίες, αρχικά οι πεζότρατες και οι Μικρασιάτες που δούλευαν την ανεμότρατα, ενώ τον Απρίλη του ’42 οι κατοχικές αρχές κάνουν δεκτή την εισήγηση του νομάρχη να επιτραπεί το γρι-γρι και παρουσιάζεται προσωρινή αφθονία στην αγορά καθώς «επαστώθησαν μεγάλαι ποσότητες σαρδελλών και υπό οικογενειών». Αρκετοί, όπως ο Λ. Καλβοκορέσης αναγνωρίζουν στους Μικρασιάτες ψαράδες την τεράστια συμβολή τους, ειδικά όταν τα τρόφιμα σπάνιζαν στη διατροφή του χιώτικου πληθυσμού εκείνες τις τραγικές μέρες της Κατοχής. Κάθε Ιστορία που δεν ενδιαφέρεται μόνο για τους ηγεμόνες αλλά και για το πώς γλίτωσαν κάποια Ελληνόπουλα ταπεινών τάξεων από την πείνα θα απονείμει τιμή και έπαινο στους ανεμοτρατάρηδες, πρόσφυγες απ’ τη Μικρασία, που κατάγονταν όλοι απ’ την Αγία Παρασκευή ή Κιόστε (σημερινό Dalyan), ένα παραθαλάσσιο χωριό με αμιγή ελληνικό πληθυσμό 5.000 κατοίκων.

Οι πεζότρατες αποτελούσαν το τρίτο σπουδαιότερο επαγγελματικό εργαλείο κατά τη γερμανική Κατοχή στο οποίο δέκα με δεκαπέντε άτομα τραβούσαν την καλάδα (τρόπος ψαρέματος της τράτας) από τη στεριά με τα χέρια έχοντας περάσει τον κρόκο (φαρδί σχοινί) πίσω από την πλάτη τους. Οταν έφερναν την καλάδα κοντά στον γιαλό τότε ερχόταν κοντά η πεζότρατα και έπαιρνε το δίχτυ με τα ψάρια. Οι παρακάτω μαρτυρίες ρίχνουν φως στη συμβολή του κάθε αλιευτικού εργαλείου στην αντιμετώπιση του οξέος επισιτιστικού προβλήματος στη Χίο.

Ο συνταξιούχος καπετάνιος του Εμπορικού Ναυτικού Β.Κ. αφηγείται: «Το ’41 ήρθαν οι Γερμανοί, άρχισε η πείνα. Εμείς είχαμε πολλά πράγματα από τη Ρωσία που τα είχε φέρει ο πατέρας μου και όταν ζόρισε η πείνα πήγαινα με άλλους και ανταλλάσσαμε στα χωριά, σεντόνια, τραπεζομάντιλα με σιτάρι και ζούσαμε. Ηξερα, είπαμε, και την τέχνη του ψαρά. Τραβούσα στις τράτες [το σκοινί] κι έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, έφερνα ένα κιλό να πούμε ψάρια την ημέρα κι είχαμε να φάμε κάτι. Οχι βέβαια να χορτάσομε. Τον Μάη του ’42 επήγα με μια τράτα, από τη Βρύση του Πασά, η οποία ήταν καλά οργανωμένη. Του Μανέ. Ηταν τρία αδέλφια, έξυπνοι άνθρωποι. Την πρώτη μέρα πήγαμε στην Εγνούσα [νησ. Οινούσσες], που ‘ναι μια καλάδα που τη λένε ο «Φυκάς». Είναι στο μπογάζι μεταξύ Στροβύλι και Εγνούσας. Εκεί πέρα καλάραμε και εβγάλαμε γύρω στις πεντακόσιες οκάδες μέλουνες. Κι άλλη μια καλάδα και φόρτωσε το καΐκι!

Οι καπετάνιοι που ‘τανε μέσα -τα τρία αδέλφια- σκεφτήκανε να τα πάμε στην Εγνούσα. Πήγαμε λοιπόν. Τους είπαμε: «Μπορείτε να τα πάρετε όλα;»- ήταν χίλιες οκάδες μέλουνα. Λέει: «Δεν μπορούμε». Και καταλήξαμε στα Καρδάμυλα. Εκεί δέχτηκαν να τα πάρουν όλα και να τα πλερώσουν κι όλα. Και οι Καρδαμυλίτες που ήταν εκεί, στο διοικητικό κομμάτι, αφού είδανε πως η τράτα φέρνει ψάρια, δεν είναι «φτωχιά» σαν τις δικές τους, πήγαν και τα κανόνισαν με τους Γερμανούς να απομείνομε σαν επίτακτοι. Να πηγαίνομε να μας δίνουν ένα Γερμανό μαζί κι ό,τι ψάρια πιάνομε να τα φέρνομε στα Καρδάμυλα, στους ψαρομανάβηδες. Και έτσι έγινε. Αυτή η δουλειά βάστηξε περίπου δύο χρόνια. Τους πηγαίναμε τα ψάρια, τα ζύγιζαν οι Καρδαμυλίτες και την άλλη μέρα μας πλέρωναν. Υπήρχαν και άλλες τράτες αλλά ήτανε πεζότρατες και πήγαιναν με τα κουπιά, να καλάρουνε στο Ναγό, τον Γιόσονα δεν μπορούσανε να βγάλουν πολλά ψάρια».

-Οι Γερμανοί δεν παίρναν ψάρια;

«Οι Γερμανοί παίρναν τα καλύτερα ψάρια, τσιπούρες, φαγκριά… Τα διάλεγε το φυλάκιο. Τους τα δίναμε δηλαδή δώρο. Προς το τέλος της Κατοχής που είχαν καταλάβει ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά τα πουλούσαν κιόλας. Και μαζεύονταν όλοι εδώ στον Κάτω Γιαλό, άλλος με καλάθι, άλλος με πιάτο και μας έβαζε στη σειρά ο «Αντρέας», ένας Γερμανός γεμάτος με παράσημα από το ρώσικο μέτωπο που ταράχτηκε ψυχολογικά εκεί απ’ τις μπόμπες και τον είχαν φέρει εδώ. Λοιπόν ο Αντρέας πούλαγε τα ψάρια».

Ο Δ.Χ., κουρέας, εργαζόταν την περίοδο της Κατοχής στους θείους του που είχανε καΐκι και δουλεύανε κυρίως ως τρατάρηδες από τους οποίους είδε και άκουσε πολλά:

«Ο πατέρας της μάνας μου έως το ’35 είχε τράτα-πεζότρατα. Μετά κάνανε οι μπαρμπάδες μου ανεμότρατα. Την Κατοχή, εκτός από τα λαθραία που ξεφόρτωναν, δούλευαν και στα ψάρια. Και οι Γερμανοί, άμα γυρνούσαν από την καλάδα, έπαιρναν τα «καθαρά», μπαρμπούνια και κουτσομούρες, και τους άφηναν μόνο σμαρίδες και γούπες. Τους έδιναν βέβαια πετρέλαιο. Ενα βαρέλι πετρέλαιο γιατί η μηχανή ήτανε ?πενηντάρα? και ήθελε ένα βαρέλι να περάσει όλη τη μέρα. Τους έδιναν κι ένα Γερμανό πάντα μαζί, να μην κλέβουν ψάρια γιατί τα καλά ψάρια τα ‘θελαν για λογαριασμό τους. Είχε πεντακόσιους Γερμανούς εδώ.

Οι Γερμανοί μπορεί να μην ήταν πολλοί, αλλά ήθελαν πολλά ψάρια για να πουλιούνται, κατά προτεραιότητα, σε όσους κατοίκους είχαν επιστρατευτεί και δουλεύανε στο Συνεταιρισμό, στα περιβόλια για το μάζεμα των εσπεριδοειδών που θα έφευγαν για το Ανατολικό μέτωπο και τη Γερμανία. Μου ‘λεγε, θυμάμαι ο μπάρμπας μου: Επαίρναμε ένα Γερμανό στο καΐκι. Ητανε δε», λέει, «και καλός άνθρωπος. Πάντα τον ίδιο παίρναμε. Κι ήθε[λε] να ‘ρθει να κρεμάσει το τουφέκι του μεσ’ τη γέφυρα του καϊκιού και να πάει να πέσει να κοιμηθεί». Και του ‘λεγε ο μπάρμπας μου, που ‘κανε τον καπετάνιο, «ε, καλά! Το βάζεις το τουφέκι σου εδωνά! Μας μπιστεύεσαι; ?Αμα θέτε, λέει, να με σκοτώσετε, αφού είστε οχτώ άνθρωποι μέσα, θα σας αντιμετωπίσω; Σκοτώσετέ με!. Και πήγαινε κι έπεφτε. Εκοιμούνταν. Οπότε τι εκάνανε; Μόλις πήγαινε και κοιμούνταν ο Γερμανός, κρύβαν εκείνοι πολλά «καθαρά», δεν τα κρύβανε βέβαια όλα! Παίρναν λοιπόν οι Γερμανοί όσα «καθαρά» βρίσκανε μεσ’ τις κάσες, τα υπόλοιπα [τα κρυμμένα] τα βγάζαν μετά λαθραία όξω.»

Οπορτουνισμός, ατομικισμός, φυγοπονία, προδοσία, «διαστροφή του χαρακτήρος και ελαστική συνείδησις», ιδού τα ελαττώματα των Ελλήνων που τους κατέτασσαν χαμηλά στη φυλετική ιεράρχηση της ναζιστικής θεωρίας.

Δυνατό σημείο του ναζισμού ήταν τα επίσημα μυθεύματα. Η ναζιστική προπαγάνδα διακινούσε σαν γυρολόγος πλήθος παράξενες ιδέες. Οι ναζί θεωρούνταν διάδοχοι των Γερμανών θεών ή των Τευκτόνων ιπποτών. Ο ενωμένος και ελεύθερος γερμανικός λαός ένιωθε αχαλίνωτη υπερηφάνεια για τις κατακτήσεις της γερμανικής ναζιστικής επιστήμης στο Κεντρικό Αιγαίο το 1942. Ο δύτης και πρωτοπόρος ψαροτουφεκάς Hans Haas, σε μια σειρά εντυπωσιακών ανταποκρίσεων στα γερμανικά περιοδικά και στα «κινηματογραφικά Επίκαιρα» καθυπέτασσε την άγρια φύση των βυθών του Αιγαίου τουφεκίζοντας μεγάλους ροφούς αλλά και καρχαρίες που διέθετε εκείνη την εποχή κάθε μεσοπέλαγος ύφαλος.

Η θεωρητική προσέγγιση του Haas ήταν ένα μείγμα αντι-διαφωτισμού, δαρβινικής επικράτησης του ισχυροτέρου και ως προς το πεδίο της κοινωνικής συγκρότησης περιφρόνησης των ψαράδικων συντεχνιών και της υφιστάμενης ιεραρχίας ανάμεσα στους γηραιότερους και νεαρούς αλιευτές. Οι ταινίες και οι φωτογραφίες του Haas, γυρισμένες απ’ τη φορολογικά απαλλαγμένη ομάδα του, που είχε πλήρη ελευθερία κινήσεων στο Αιγαίο, αποδεικνύουν ότι οι τάξεις του ναζιστικού κράτους-κόμματος ήταν διάπλατα ανοιχτές σε όλους όσοι ήταν πρόθυμοι να το υπηρετήσουν χωρίς αιδώ ή διαφωνίες. Παρ’ όλες τις παραπάνω αντιρρήσεις παραμένουν συγκλονιστικά φωτογραφικά τεκμήρια πρώιμης υποβρύχιας αλιείας και επηρέασαν ένα ρεύμα Κεντροευρωπαίων που μετά τον πόλεμο αφού δεν μπορούσαν να φτάσουν τους ροφούς με τα καμάκια τους, επιδόθηκαν σε εκτεταμένη αρχαιοκαπηλία των κλασικών ναυαγίων στο Κεντρικό Αιγαίο.

Ο ίδιος ο Haas, μετά τον πόλεμο, αφού κατηγορήθηκε από τον επιφανή Αμερικάνο βιολόγο Don Stewart για γενοκτονία, με χρήση ψαροτούφεκου,του γιγαντιαίου ροφού-γολιάθ σε τοπική κλίμακα στο νησί της Καραϊβικής Bonaire, μετάνιωσε και στράφηκε στην προστασία του περιβάλλοντος…

Η κληρονομιά της γερμανικής Κατοχής

Με την Κατοχή η χώρα υπέστη ολέθριο πλήγμα στην οικονομική υποδομή της που θα τη σημάδευε και θα την έφερνε πολλά χρόνια πίσω. Για να μπορέσει να ανακάμψει, θα χρειαζόταν πολλά χρόνια, ακόμη κι αν μετά τον πόλεμο ακολουθούσε ειρηνική περίοδος ανοικοδόμησης. Πολλές εκατοντάδες Ελληνες ψαράδες θα έβρισκαν τον θάνατο, προσπαθώντας να ανοίξουν κάποια νάρκη για να βγάλουν δυναμίτιδα. Ακόμη περισσότεροι θα υιοθετούσαν το ανορθολογικό επιχείρημα ότι αφού τα χρόνια της Κατοχής η χρήση δυναμίτιδας για αλιεία δεν έδειχνε να μειώνει τις ποσότητες των ψαριών σε περιοχές με ανύπαρκτη αλιευτική προσπάθεια άλλου τύπου, άρα και στο μέλλον θα συνεχίζεται το ίδιο.

Μια ακόμα συνέπεια της Κατοχής ήταν η αλλαγή της νοοτροπίας στην ψυχοσύνθεση καθώς απ’ την ανέχεια κλήθηκαν οι ψαράδες να διαχειριστούν την πλησμονή και η ζυγαριά μετακινήθηκε ακαριαία στην πλευρά της βουλιμίας

Καλός καπετάνιος πια ήταν εκείνος που ψάρευε μεγάλες ποσότητες αλιευμάτων, ασχέτως αν μπορούσε να τις διαθέσει στην αγορά ή ανεξάρτητα από την τιμή τους. Η ποσότητα ήταν και εξακολουθεί να είναι το βασικό κριτήριο που υποδεικνύει έναν καλό καπετάνιο. Αυτή η στρατηγική είχε ως αποτέλεσμα πιο μεγάλα ταξίδια που είχαν ρίσκο: «Το 1949, πήγαμε για ψάρεμα κοντά στο Πήλιο, όπου πιάσαμε 20.000 οκάδες σαρδέλες· μέχρι να φτάσουμε στη Θεσσαλονίκη είχανε χαλάσει, δεν έμεινε τίποτα» αναφέρει ένας συνταξιούχος αλιεργάτης. Υπήρχαν και θετικά:

Η πολιτική ριζοσπαστικοποίηση την περίοδο της Κατοχής έφερε την ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος των αλιεργατών που οργανώθηκαν ενάντια στις σκληρές συνθήκες εργασίας και τους χαμηλούς μισθούς και διεκδίκησαν με επιτυχία ασφάλιση και αργία για τις μέρες της Πανσελήνου στα γρι-γρι και για το καλοκαίρι στις ανεμότρατες. «Ενας μεγάλος αριθμός από εμάς ήταν μέλη της ΕΠΟΝ και το σωματείο δημιουργήθηκε όταν ο ΕΛΑΣ πήρε δύναμη» ανέφερε ένας συνταξιούχος.

Σιγά σιγά άρχισαν να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις μέσα από την καθιέρωση της αργίας των διακοπών και για την ελληνική εργατική τάξη να γεύεται χωρίς τύψεις λίγες στιγμές χαλάρωσης ψαρεύοντας. Ο Φώτης Κόντογλου, αγιογράφος που είδε το σπίτι του στην Αθήνα να πουλιέται σε μαυραγορίτη για λίγα σακιά αλεύρι, πέρασε τις μέρες της σχόλης σε μια βορινή παραλία του Αγίου Όρους. Γράφει: «Kάθησα κάμποσο. Πιο πολύ με τραβούσε ο αρσανάς, δηλαδή το μέρος που βάζουνε τις βάρκες και τα σύνεργα της ψαρικής. Αφησα τα γένια μου, τα ξέχασα όλα και γίνηκα ψαράς. Ετρωγα, έπινα, δούλευα, κοιμόμουνα μαζί με τους ψαράδες που ήτανε όλο καλόγεροι, οι πιο πολλοί Μπουγαζιανοί, δηλαδή από τα μπουγάζια της Πόλης. Τι ξέγνοιαστη ζωή που πέρασα! Ιδιαίτερη φιλία έδεσα με τρεις.

Ο ένας ήτανε ως εικοσιπέντε χρονώ, καλή ψυχή, φιλότιμος, στοχαστικός, πρόθυμος στο κάθε τι κ’ είχε καλογερέψει από μικρός: τον λέγανε Βαρθολομαίο. Ο άλλος ήτανε ως σαράντα χρονών, ψαράς από το χωριό του, κοντόφαρδος, απλός, ήσυχος, λιγομίλητος, άκακος, «πτωχός τω πνεύματι», ταπεινός και τον λέγανε Βασίλειο. Ο άλλος ήτανε γέρος σαν τον άγιο Πέτρο, γελαζούμενος, χωρατατζής και τον λέγανε Νικάνορα. Ο Βαρθολομαίος διάβαζε και βιβλία με ταξίδια θαλασσινά. Ανάμεσα σε άλλα είχε στο κελί του και δυο τρία βιβλία του Ιουλίου Βερν. Μ’ αυτόν ψαρεύαμε αστακούς. Εβγαζε και κοράλλια και μου έδειχνε πώς να τα ψαρεύω. Ο αρσανάς ήτανε ένα σπίτι μακρύ, χτισμένο απάνω στη θάλασσα μέσα σ’ έναν κόρφο που τον αποσκέπαζε ένας κάβος και για κεραμίδια είχε μαύρες πλάκες.

Μπροστά είχε κάτι ξέρες που σκάζανε οι θάλασσες όποτε έπαιρνε βοριάς, κι από πάνω κατεβαίνανε τα βράχια φυτρωμένα με μυρσίνες, με πουρνάρια και κάθε άγριο χαμόδεντρο. Ο αρσανάς είχε πεντέξη κάβιες αραδιασμένες και μπροστά είχε ένα χαγιάτι που ακουμπούσε σε κάτι δοκάρια από αγριόξυλα. Εκεί μέσα κοιμόμαστε. Από κάτω είχε κάτι χαμηλές καμάρες και μέσα στις καμάρες τραβούσανε τις βάρκες.

Τα δίχτυα τα απλώνανε απάνω στα μπαρμάκια του χαγιατιού. Εκεί που κοιμόμαστε ακούγαμε από κάτω μας τη θάλασσα που έμπαινε μέσα στις καμάρες και κυλούσε τα χαλίκια και μας. Παραπέρα αφρίζανε τα παμπάλαια ελληνικά κύματα κι ο αγέρας βούιζε πανηγυρικά απάνω στα θεόκτιστα βράχια και στα δέντρα».

Σχετικές αναρτήσεις

Advertisements

3 Σχόλια to “Ψαράδες στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής”

  1. γιαυτό θα με παίρνεις μαζί σου.Ο πάππος μου , με έμαθε να καταλαβαίνω από το τσίμπημα τα ψάρια.Υποθέτοντας πως ό,τι μαθαίνεις μέχρι τα 15 σου εξακολουθούν να υπάρχουν , πως ισχύει το μάθε τέχνη κι άστηνε κιαν πεινάσης πιάστηνε, και πως θα πεινάσουμε όπου νάναι, κράτα μιά θέση στον πάγκο.
    υ.γ
    (και κουπί ξέρω,)

    υ.γ
    Καπετάνιε,όλα αυτά τα βλέπουμε και τα ζούμε.Το κακό είναι πως δεν τρώνε ξύλο ακόμα.Δεν παθαίνει τίποτα η δημοκρατία μας απ αυτό.Αποκατάστασή της θα γίνει.
    καλημέρα στην οικογένεια
    δ

  2. Καλημέρα Δημητρούλα
    για τα ανθρώπινα όρια (που υποτίθεται ότι περιμένουμε να ξεπεραστούν για να τους πάρουν με τις κλωτσιές)θαρρώ πως τα έχουμε ξαναπεί στο παρελθόν: γνώμη μου είναι ότι δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα.

    Για κάθε τι που συνέβη σε τούτον τον πλανήτη πέρα από την «αγανάκτηση του κόσμου» συνυπήρχε και εκείνη η κρίσιμη μερίδα συμφερόντων που ωθούσε, ενίοτε χειραγωγούσε και σε κάθε περίπτωση οδηγούσε τις μάζες προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Με λίγα λόγια μανδαμ D χωρίς να θέλω να σε στεναχωρήσω εάν κάποιοι από τους πολιτικούς , οικονομικούς και «άλλους»(σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και εξωτερικοί) παράγοντες δεν συσπειρωθούν(για τους δικούς τους λόγους ο καθένας ) στο σύνθημα «φτάνει πια» μην περιμένεις χαΐρι .

    Κι όσο οι περιπτώσεις βίας απέναντι στα φυσικά πρόσωπα συνεχίζονται τόσο θα μεγαλώνει και η αντίθεση/αντιπάθεια της κοινωνίας απέναντι στους «επαναστάτες & αγανακτισμένους» Κι αυτό γιατί η κοινωνία, μιλώ για εκείνο το κομμάτι της που γίνεται κάθε φοράμε την στάση του ρυθμιστής της (άλλοι τους λένε και «νοικοκυραίους», μετριοπαθείς, συντηρητικούς κλπ) ,κινείται και μετακινείται πάντα με γνώμονα το μη χείρον βέλτιστο σε αντίθεση φυσικά με τους αγανακτισμένους που μπρος στην προσωπική τους καταστροφή αδιαφορούν στο ενδεχόμενο της καταστροφής και των υπολοίπων- μην σου πω ότι αυτή φαντάζει και δίκαιη στα μάτια τους…
    Δεν ξέρω εάν με τα παραπάνω θίγω τα λαϊκά κινήματα αλλά τι να κάνουμε, αυτή είναι η γνώμη μου

  3. αυτά που τα λες εσυ φυσικά πρόσωπα γενικώς, ευθύνονται ένα ένα ξεχωριστά όχι γιά τη θέση που κατέχουν (γιατί κάποιος τους ψήφησε γιαυτήν ) αλλά γιά οποιαδήποτε υπογραφή έβαλαν αδιάβαστοι και υπερόπτες γιά να μας διαλύσουν οι ευρωπέη.Το αν οι «νοικοκυραίοι » που λες , έχουν μιά πιό ….πολιτίκαλυ κορέκτ άποψη επί της σφαλιάρας που τους πρέπει, εμένα με αφήνει εντελώς αδιάφορη , και μη σου πω στα κάκαλαμ’ μιάς και μου θυμίζει τους αμέτοχους ¨νοικοκυραίους » της χουντας του Παπαδόπουλου , που φρύαζαν με τους μαλλιάδες και τους κουμουνννιιστές που τους χάλαγαν τη σούπα της αρπαγής.
    Δεν ξέρω αν θίγονται μ αυτόν τον τρόπο τα λαϊκά κινήματα, αυτό που ξέρω όμως είναι πως αν πάντα κάναμε ότι γουστάρουν οι «νοικοκυραίοι»δε θα χρειαζόταν καν να πηγαίνουμε στην κάλπη.
    δ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: