βανύλια-υποβρύχιο…

από kapetanios

ΠΗΓΗ

Εμείς οι ναυτικοί όλο ιστορίες ξέρουμε, οι περισσότερες όμως δεν είναι αλήθεια. Απλά, μες στη μοναξιά μας, βλέπουμε τις σκιές της θάλασσας και μας καρφώνεται ένα φάντασμα στο κεφάλι κι απο κει ξετυλίγουμε ένα παραμύθι εφιαλτικό και τρομακτικό, που για να το ξορκίσουμε το κάνουμε ιστορία. Ετσι τη λέμε για να μη μας «πιάνει» εμάς ο φόβος αλλά και να τρομάζουμε τους «άλλους». Κερδίζουμε βέβαια και το θαυμασμό τους, δε λέω, αλλά είναι και μια καλή ευκαιρία να διατηρήσουμε το μύθο μας και να ξεχάσουμε τις ενοχές μας και να κοιμόμαστε πιοτερο ήσυχοι τα βράδια.

Εμένανε λοιπόν, με λένε Καπετάν Φίλη κι είπα, μια που σεργιανάω χρόνια τώρα στις μαύρες και κακές θάλασσες, να γράψω και γω μιαν ιστορία. Βέβαια, η ιστορία που θα σας πω τώρα είναι πέρα για πέρα αληθινή αλλά εσείς μην αρχίσετε να με ρωτάτε λεπτομέρειες επειδή και χρόνια πολλά επέρασαν μα και καμμία σχέση δεν έχει με τη σύγχρονη πραγματικότητα, ούτε με πρόσωπα και καταστάσεις που ενδέχεται να συμβαίνουν αλλού ή να συμβούν στο μέλλον (κι αν εχει ειναι εντελως συμπτωματική!).

Ητανε το λοιπόν εποχή δύσκολη. Οι ναυτικοί κείνο το καιρό πολλοί μα το χειρότερο, αναδουλειά. Εμπορεύματα και μεταφορές πολύ λίγα. Κάτι παράνομους ναύλους με λαθραία τσιγάρα και χασίσια υπήρχαν μόνο, με το κίνδυνο όμως να μας πιάσουν οι μπασκίνες ή το λιμενικό.
Και κάθε φορά που υπάρχει αναδουλειά, μαζεύονται τα βράδια οι ναυτικοί στο καταγώγιο του θανάση στο λιμάνι. Πίνουν, καπνίζουν, βρίζουν και τσακώνονται μεταξύ τους. Μπουκάλια φεύγουν στον αέρα, τσιρίδες οι γυναίκες κι όλα ανάποδα είναι. Μιζέρια σκέτη. Μα είπαμε και πριν, αναδουλειά…

Ομως εμείς οι ναυτικοί δεν είμαστε έτσι. Είμαστε σκληροί άνθρωποι αλλά μες στη θάλασσα βοηθάμε ο ένας τον άλλο. Είμαστε χαρούμενοι κι εργατικοί. Στη στεριά χάνουμε το μπούσουλα κι έτσι έγινε και κείνο το καιρό.
Τότες ήτανε που κάποια στόματα είπανε πως για όλα αυτά έφταιγε το μαγαζί του θανάση. Πως είχε αφήσει να ρθουνε πολλοί ναύτες από τα ξένα εμπορικά, τα περαστικά, πως σέρβιρε ποτά μπόμπες και πως έκλεβε και την εφορία! Ναι, ακόμα κι αυτό είπανε!

Κάποιοι άλλοι κατηγορήσανε κείνες τις δυο διαβολότσουχτρες καπετάνισσες πως «μαγειρεύανε» τους μεζέδες και πετάγανε μέσα φίλτρα καμωμένα από κόκκινο πιππέρι κι έτσι όλων η γλώσσα, λέει, έτσουζε!
Κι όλο αυτόν το καιρό, το καιρό της αναδουλειάς, μόνο η κυρά-«μπουμπουλΕίνα» κράταγε τα μπόσικα, σα το διάολο να γυρνά γύρω από το λιβάνι και να φωνάζει… «Ε ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ ξυπνάτε ζωντόβωλα ΕΕΕΕΕΕΕΕΕ Ε !!!!!!» Αλλά και σ αυτήν κανένας δεν έδινε τη πρέπουσα σημασία, παρόλο το αλάτι που χε μυρίσει τόσα χρόνια μέσα στους γραμματικούς ωκεανούς, που αρμενίζει από τα γενοφάσκια της.

Μια νύχτα, το λοιπόν, από κείνες που το φεγγάρι κρύβεται για ν αφήνει χώρο στα όνειρα και τους εφιάλτες να ξεδιπλώνονται κι ενώ οι περισσότεροι ναυτικοί είχαν πάει μεθυσμένοι στις σκούνες τους να κοιμηθούν, μια παρέα εξενυχτούσε…

– πρέπει να φύγωμεν καπετάνισσα, έλεγεν ο μηχανικός
– ναι, αλλά μπάρκο δεν έχωμεν, εσυλλογίστηκεν η καπετάνισσα
– αφήστε τα μπάρκα, δεν είναι ζωή αυτή, ούρλιαξε ο μαρκόνης, άλλα πρέπει να βρούμε να κάνουμε, να βρούμε άλλη ρότα
– σαν τι? , αναρωτήθηκε η πηδαλιούχα τη στιγμή που έπαιζε αφηρημένα με τη γκριζόλα [0] κι όλες τις ρότες τις είχε ψάξει αλλά άκρην δεν έβγαζε
– να πάρουμε το «δρόμο»! [1], ούρλιαξε ο πολυβολητής γνωστός και σαν «σκάπουλος» [2], που ταν και βατσιμάνης [3]
– ΟΧΙ! , φώναξε η καπετάνισσα, φτάνουνε τα λαθραία. Αλλα πρέπει να βρούμε να κάνουμε, έχει δίκιο ο μαρκόνης. Αλήθεια μαρκόνη, πως τα πας με την εφεύρεσή σου? Δουλεύει?
– Δουλεύει μια χαρά, αποκρίθηκε εκείνος, μόνο που είναι άχρηστη στις σκούνες και τις καραβέλλες που καβαλλούμεν.
– Σαν να χω μιαν ιδέαν, είπε η σοφή και πολυταξιδεμένη καπετάνισσα.
– Μπρε νομίζω πως ξέρω! , της έκλεισε το μάτι πονηρά ο μηχανικός, και ΝΑΙ, ευθέως σ αποκρίνομαι πως ΓΙΝΕΤΑΙ!
– Μα τι λέτε? , ρώτησε ο βατσιμάνης.
– Ούτε γω καταλαβαίνω γρύ, μονολόγησε η πηδαλιούχα
(Εγώ λέω πως καμμιάν μαλακίαν θα σκεφτήκανε όμως ας τους αφήσω να δω που θα το πάνε… , μονολόγησε ο μαρκόνης από μέσα του αλλά δεν τόλμησε να το πει αυτό μπροστά στη καπετάνισσα.)

…

Τις επόμενες μέρες η παρέα χάθηκε από το λιμάνι. Κλειστήκανε στο ιδιόκτητο κτήμα που χε η καπετάνισσα στο βουνό κι όλο παραγγέλνανε υλικά κι όλο κοπανάγανε δουλεύοντας μέρα νύχτα. Το σχέδιο ήταν μυστικό. Που και που η πονηρή καπετάνισσα έστελνε μια τον μαρκόνη, μια τη πηδαλιούχα και μια το βατσιμάνη στο καταγώγιο του θανάση, για να μη δώσουνε λαβή για σχόλια. Τους είπε κι όλας να διαδώσουνε και μια ιστορία πως τάχα, λέει, αποσύρθηκε ήσυχη και μονάχη επειδή δεν της πήγαινε ο… χώρος. Κι ο μηχανικός βέβαια, δε μπορούσε να πηγαίνει στο καταγώγιο, μιας που ταν επιφορτισμένος με την άψογη εκτέλεση και υλοποίηση των σχεδίων της καπετάνισσας και δεν προλάβαινε μήτε να φάει μα μήτε και να χέσει.

Οι άλλοι ναυτικοί στο λιμάνι πρόσεξαν βέβαια την απουσία τους αλλά δε έδωσαν σημασία, τα μπάρκα είχαν ξαναρχίσει σιγά σιγά, κανα μεροκάματο έβγαινε. Τους παραξένευε βέβαια ο μαρκόνης κάποιες φορές, όταν τον πετυχαίνανε στο καταγώγιο να λύνει και να δένει ένα σκαντάγιο, [4] αλλά δεν δώσανε μεγάλη σημασία μιας και πάντα παράξενος ήτανε του λόγου του (και πάντα τον έξυπνο έκανε σαν έπινε καμμιά ρακή).

Μονάχα ένας καπετάνιος, ο καπετάν-Μπορντόπουλος, κάτι είχε μυριστεί. Ο Μπορντόπουλος ήτανε καπετάνιος σ ένα τάνκερ κι έκανε μεγάλα ταξύδια, υπερωκεάνια. Ερχότανε σπάνια στο λιμάνι επειδής τα δικά του ταξίδια διαρκούσανε μήνες κι ήταν ο μόνος που χε πάντα δουλειά και μπάρκα μιας και έφερνε πετρέλαιο από μέση ανατολή και πήγαινε νερό εκεί στους άπιστους. Βέβαια το τάνκερ δεν ήτανε δικό του αλλά αν κουμαντάρεις ένα τάνκερ έχεις μια άιγλη στους άλλους.
Ο καπετάν Μπορντόπουλος ήταν όμως πάντα περίεργος και λιγομίλητος. Λίγα έλεγε, πολλά εννοούσε. Γι αυτό κι όλοι πρόσεχαν τις κουβέντες του, όσες κατάφερναν να αποκωδικοποιήσουν βέβαια. Τη τελευταία φορά που ρθε στο λιμάνι κι αφού κατέβασε μονορούφι τέσσερις τεκίλες κίτρινες και λίγο πριν πάρει την «αγνή του λιμανιού» να την πηδήξει στο φτηνοξενοδοχείο που έμενε, κατάφερε να ψελλίσει:

– «Στο θάνατο του άλλου, λέμε, καταλαβαίνουμε ότι ζούμε.»
– «Στο θάνατο το δικό μας παίρνουμε και τους άλλους μαζί.»

Μόλις τον άκουσα, κόντεψα να σκάσω.
Μ εφαγε η περιέργεια.
Οχι τιποτα άλλο, αλλά δεν είχα μπάρκο κείνο το καιρό και μια που το καταγώγιο δεν είχε κόσμο, αποφάσισα ν ασχοληθώ με το θέμα.

Ετσι έστειλα μήνυμα σε κάτι εμπόρους λευκής σάρκας που ξερα πως ο βατσιμάνης κάνει δουλειές μαζί, αλλά εκείνοι απάντησαν πως είχαν καιρό να τον δούν.
Επειτα πετάχτηκα στο μουλτολίμανο, ένα άλλο λιμάνι στο παραδίπλα νησί που κάποιοι απο αυτούς συχνάζανε στο «απέναντι» καταγώγιο κι ήξερα πως ο μαρκόνης είχε εκεί μερικές γυναίκες που «πίνανε νερό στ όνομά του» αλλά τζίφος κι απο κει. Κανείς δεν ήξερε τίποτα…

Δεν ήξερα τι να υποθέσω κι ανησύχησα. Ανησύχησα βασικά γιατί το μυαλό τ ανθρώπου παίρνει περίεργες στροφές και πάει στο κακό. Κι είπα, ρε λες οι διαβολοκαπετάνισσες να τους καθάρισαν αθόρυβα μες στη νυχτιά και να τους έκλεισαν σ ενα παλιο σκαρί -μια τράτα με ψυγείο- που χανε και βάζανε τα ψάρια μέσα?

Ολα τα σκέφτηκα, μά τον Αη-νικόλα!

Τελευταία μου ελπίδα κάτι ξεβαμμένοι ινδιάνοι με πιρόγες που ξερα παλιά, όταν τους κουβάλαγα τις κάσες με τα τζακ ντάνιελς κι εκείνοι μου δίνανε «χόρτο» για την πίπα της ειρήνης που, απο καιρού εις καιρόν, κάπνιζα ωσαν τη τσιμινιέρα. Αυτοί οι ινδιάνοι μένανε πάνω στο μπλογκονήσι, ένα νησί τεχνητό, που τους εξόρισαν εκεί οι λευκοί άποικοι μετά την «απαλλοτρίωση» που έκαναν στη γή που έως τότε κατείχαν.

Στο κέντρο το νησιού αυτού είχαν φτιάξει ένα τεράστιο ματζαφλάρι σα πύργο που τον ονομάτιζαν «παρατηρητήριο». Το παρατηρητήριο ήταν κάτι σαν ένα θεόρατο κατάρτι στη μέση του νησιού. Σκαλιά δεν είχε, μόνο μια σαλαμάστρα [5] ήταν δεμένη στη κορφή του και κάποιος κοκκινόκωλος [6] ανέβαινε που και που για να παρατηρήσει με το κανοκιάλι του [7] τα τεκταινόμενα στο νησί καθώς και να ενημερώσει τους ντόπιους για πιθανα μπάρκα και δρομολόγια που έφταναν ή πέρναγαν από κει.

Να μη τα πολυλογώ, ο κοκκινόκωλος υπηρεσίας κατέβηκε κάτω μόλις μ είδε από ψηλά. Τον ήξερα από τα παλιά και χάρηκε που πήγα να τονε βρω. Του πα το λόγο της επίσκεψής μου κι έμεινε άφωνος!

– Τι, δηλαδή, σε σας, δεν τα χουν πει? (!!!)
– Οχι, τι να πουν δηλαδή, ρώτησα γεμάτος περιέργεια
– Γι αυτό που… φτιάξανε! , μ απάντησε
– Δε ξέρω τίποτα, πιστεψέ με!

Ο κοκκινόκωλος με πήγε στη διπλανή καλύβα που έμενε και μ έβαλε να κάτσω κοντά στη θράκα. Ανοιξε ενα χιωτικο ρακομελο και γεμισε δυο μικρα ποτηρακια.

– Αντε γεια μας καπετάν Φίλη, μου κανε
– Γεια μας, και νιωθω τη γλυκεια ζεστασια του ρακομελου στα σωθικα μου
– Που λες οι φιλοι σας…
– Πάθανε τίποτα? , ρωτω γεματος ανησυχια
– Οχι, μια χαρά είναι. Απλά αποφάσισαν ν αλλάξουν… ρότα.
– Δηλαδή?
– Μεταξύ μας πιστεύω πως παθανε τη λαμαρίνα [8], άλλο δε ξερω να υποθεσω
– Μα που διαβολο χαθήκανε? , ρωτω
– Αποφάσισαν ν αφησουν τη θάλασσα, τουλάχιστον αυτή που βλέπουμε εμεις!
– Θα με τρελλάνεις ρε κοκκινόκωλε βραδιάτικα? Σάμπως υπάρχει κι άλλη θάλασσα? Μια είναι κι όλοι βολοδέρνουμε πάνω της!
– Ακριβώς, αυτό ήθελα να σου πω… μερικοί τρελλαίνονται, ξέρεις… και τότε αρχίζουν να βολοδέρνουν… από κάτω της!

Ηδη χτύπησα και δευτερο ρακόμελο περιμένοντας ανυπόμονα τη συνέχεια…

– Πριν λίγο καιρό εγκαταστάθηκαν στο νησί μας κι έπιασαν μια ερημική μαρίνα. Εκεί έφεραν ένα βράδυ μ ενα μικρό ρεμούρκιο [9] ένα άλλο πλοίο σκεπασμένο γύρω γύρω με μπαλόνια [10]. Στην αρχή πιστέψαμε πως είναι κάλυψη για κανα προυσαλίδικο [11] και πως κάνανε τίποτα δουλειές παράνομες. Αλλά όταν βγάλανε τα μπαλόνια φάνηκε πως ήταν ένα… ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ! Και μάλιστα φτιαγμένο από τους ίδιους!

Εχω ήδη κατεβάσει τέσσερα ρακόμελα και πλέον αρχίζω να νιώθω μια γλυκειά ζαλάδα που όμως με κάνει να χω αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και το μυαλό μου σε συνεχή εγρήγορση. Παράλληλα δεν αντέχω στο πειρασμό και φτιάχνω κι ένα γελαστάκι για να κεράσω τον κοκκινόκωλο ο οποίος περισσότερο απολαμβάνει την έκπληξή μου παρά την ιστορία του.

– Το περίεργο ήταν η μυστικότητά τους αλλά ευτυχώς εκείνη η μικρούλα που χουν στο πηδάλιο έρχεται συχνά στο λιμάνι για προμήθειες και πιανει κουβέντες μ ενα νεαρό ψαρά που τη χουφτώνει και, μέσα σ ολα τ αλλα, του λέει και τι κανουνε.
– Και τι κάνουνε μ αυτο το διάολο? , ρωτω με περιεργεια
– Εχουνε φτιάξει ένα όργανο ειδικο, κατασκευη του μαρκόνη, βαθυλάβο το λέει, φαντάσου κάτι σαν τον αστρολάβο [12] με τη διαφορά ότι χρησιμοποιεί αντιστοιχία [13] με γνώμονα το βυθό της θάλασσας!
– Μα ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατι, επιμένω εγώ τραβώντας μια δυνατή ρουφηξιά
– Δεν ξέρω, θέλανε λέει να αποκοπούνε από τον πάνω κόσμο της θάλασσας και να φτιάξουνε λέει το δικό τους κόσμο κάτω από τη θάλασσα.
– Ναι, αλλά γιατί θέλουνε να μείνουνε κάτω και να μην πηγαινοέρχονται?
– Δε ξέρω, απαντα ο κοκκινόκωλος, ίσως επειδή βαρέθηκαν, ίσως επειδή θέλαν κάτι άλλο, διαφορετικό, ίσως επειδή σας βαρέθηκαν ή ίσως επειδή πιστεύουν ακόμα πως θα βρουν «το δικό τους λιμάνι». Κάποιοι λένε πως αρρώστησαν από τη μαλαφράτζα [14] αλλά νομίζω πως αυτά είναι κακίες.
– Μα θυμάμαι το μαρκόνη να σκούζει πως έχουμε σχέδιο εξόντωσης και πως δεν τους θέλουμε και πως τους διώχνουμε και πως το καταγωγιο του θαναση φταιει και πως…
– Αυτά μη τα πιστευεις καπετάν Φίλη, αφορμή ψάχνανε κι εβαλε ενα σχέδιο η καπετάνισσά τους για να ρίξουν σταχτη στα μάτια σας.
– Και πως ζουν?
– Σκέφτονται να βάζουνε, λένε, τουρίστες να τους δείχνουνε το βυθό, να ρχονται όμως μυστικά από πρακτορεία ταξιδίων κατευθείαν στη μαρίνα τους και να τους κανουνε ξενάγηση. Και με τα λεφτα να παιρνουνε εφόδια και να κανουνε και τα δικα τους ταξιδια με το βυθολάβο να οργωνει το βυθο. Αυτα είναι όλα όσα ξέρω. Περισσότερα μπορείς να ρωτήσεις τους ίδιους. Η μαρίνα τους είναι στην άλλη πλευρά του λόφου και τωρα θα ναι μαζεμένοι εκεί.

Αφησα τον κοκκινοκωλο ζαλισμένος αρκετά αλλά με ανάμεικτα συναισθήματα. Αποφάσισα ν ανεβω το λόφο. Αφου έφτασα μέχρι εδώ δεν είχα αλλη επιλογή. Κατεβαίνοντας το λόφο είδα τη μαρίνα. Είδα κίνηση και τ ομολογω πως δεν άντεξα, κρύφτηκα σε κάτι θάμνους πιο κει. Ηταν κι η φούσκα μου γιομάτη κι έπρεπε να ξαλαφρώσω. Κι έμεινα με τη φούσκα αδειανή και το μυαλό γιομάτο απορίες…

Το υποβρύχιο ήταν κατα μήκος της μαρίνας. Γιάλιζε στο σκοτάδι, ένα κίτρινο πεθαμενατζίδικο χρώμα, μια κιτρινιασμένη θεόρατη κάψουλα λες κι έμοιαζε. Στη δεμένη καντηλίτσα [15] ο βατσιμάνης να χρωματιζει με τη μοράβια [16] βρίζοντας. Πάνω στη κοντρα γέφυρα [17] η καπετάνισσα να σκέφτεται τη πορεία που της έδειχνε η πηδαλιούχος στο χάρτη ενώ στη κουβέρτα [18] ο μηχανικός να μοντάρει ένα κομμάτι του άξονα της προπέλας. Στο πλάι μπορούσα να διακρίνω το κεφάλι του μαρκόνη από το ανοιχτό φινιστρίνι. Κάτι έγραφε κείνη τη στιγμή… είχε όμως τον ασύρματο ανοιχτό… μπορούσα ν ακουσω καθαρά τη πρόβλεψη καιρού που μεταδιδόταν εκείνη την ώρα…

το δελτίο που άκουγε o μαρκόνης την ωρα που έγραψε:Και για αύριο προβλέπεται να συνεχιστούν οι ασυνήθιστες για την εποχή χαμηλές θερμοκρασίες. Το βαρομετρικό θα είναι και αύριο χαμηλό,πιο χαμηλό δέν γίνεται και στα πελάγη θα πνέουν πολλά μποφώρ σαχλαμάρας. Κατά τόπους θα έχουμε έντονες χαχανοκαταιγίδες και η σκόνη που θα μεταφέρουν θα καλύψει τα πάντα με μιά κίτρινη λάσπη.
Στα πελάγη η θάλλασα θα είναι έντονα μπαρουφώδης για αυτό συστήνεται στους ελεύθερους ναυτιλομένους να μήν δέσουν στο λιμάνι τους μίσσος γιατί κινδυνεύουν να τους ρουφήξουν σιφούνια και στροβίλια κουταμάρας.
Το νησί θα βρίσκεται σε αποκλεισμό.
Η μόνη ελπίδα είναι ο μετεωρολογικός δορυφόρος.
Όχι μήπως δείξει καλύτερο καιρό προσεχώς,αλλά μήπως ………. ξεφύγει από την τροχιά του και πέσει στα κεφάλια μας.
Αναμένομεν…..

…

Στο γυρισμό για το νησί η γέρικη σκούνα κούναγε… ζαλισμένος όπως ήμουνα σκεφτόμουνα κάτι που η καπετάνισσα μου χε πει πριν κατι μηνες:

η καπετάνισσα κάποτε έγραψε:Οπου και αν δείξει η πυξίδα τα ίδια λευκά νησιά, οι ίδιες έρημες βραχονησίδες. Τα σκαριά μας γι αλλού τα ναυπηγήσαμε, για αντρειωμένες θάλασσες και στέκουμε τώρα αμήχανοι, με τα πανιά ανοιχτά δίχως να φυσά ο άνεμος. Και τα κουπιά χτυπάνε πάνω στα νερά άκοπα. Και πουθενά- πουθενά παρηγοριά. Ούτε καν όταν ξεμυτάμε από το Ακρωτήρι για το Κρητικό το πέλαγος……
Καθρεφτιζόμαστε πάνω σε ίδια νερά και τάχα μου ρίχνουμε το φταίξιμο στα πλοία…..

Θυμήθηκα τα νιάτα μου, τότε που υπηρέτησα στο πολεμικό ναυτικό. Είχα κάτσει και γω κάτι μήνες σε υποβρύχια. Μα αρρώστησα θυμάμαι. Δεν άντεξα κλεισμένος μέρες και νύχτες τις λαμπες φθορισμού, τον πεπιεσμένο μπαγιάτικο αέρα και την αίσθηση του να σαι μες τη θάλασσα και να μη μπορείς να τη μυρίσεις, να την αγγίξεις, να τη πολεμήσεις ή να την αγαπήσεις…

…

Με το που δεσα τη σκούνα στο λιμάνι, πετάχτηκα πάλι στο καταγώγιο. Μ είχε πιάσει και μια υπογλυκαιμία ενώ παράλληλα δυο σταγόνες ιδρώτα όργωναν το μέτωπό μου. Κείνη την ώρα ήρθε στο μέρος μου ο θανάσης και με ρώτησε τι να μου φέρει:

– Υποβρύχιο να με φέρεις θανάση μου, μια περιποιημένη βανίλια-υποβρύχιο θέλω τώρα!

Σε λίγο μαζεύτηκαν οι εναπομείναντες ναυτικοί τριγύρω μου και με ρώτησαν τι βρήκα. Δε μπορεσα ν αρθρώσω λέξη απ όσα σκεφτόμουνα. Μόνο τη φράση του καπετάν μπορντόπουλου επαναλάμβανα συνεχώς, καθώς η δροσερή βανίλια απλωνόταν στον ουρανίσκο μου:

«Στο θάνατο του άλλου, λέμε, καταλαβαίνουμε ότι ζούμε.»
«Στο θάνατο το δικό μας παίρνουμε και τους άλλους μαζί.»

…
…
…

————————————————————————————————
[0] γκριζόλα, η: μαλτ. gisiola: πυξιδοθήκη, καπάκι που σκεπάζει τη νύχτα την πυξίδα γιά να μη βγαίνει το φως και εμποδίζει την ορατότητα.
[1] δρόμος, ο: λαθρέμπορος, κοντραμπατζής
[2] σκάπουλος, ο: βεν. scapolo: ο ένας από τους δύο ναύτες της βάρδιας που περιμένει ν’ αντικαταστήσει τον άλλο – αυτός που κάνει κοπάνα – ελεύθερος
[3] βατσιμάνης, ο : αγγλ. watchman: αυτός που επιτηρεί, που κάνει βάρδια
[4] σκαντάγιο το: οργανο βυθομέτρησης (ιταλ. scandagliare: βυθομετρώ, ρίχνω)
[5] σαλαμάστρα, η: ιταλ. salmastra: πλέξιμο , σκοινί πλεγμένο
[6] κοκκινόκωλος, ο: ναύτης σκαρφαλωμένος ψηλά -είδος πιθήκου- το πτηνό φοινίκουρος
[7] κανοκιάλι, το: ιταλ. cannocchiale: όργανο γιά την παρακολούθηση αντικειμένων από πολύ μακρυά
[8] λαμαρίνα, η: βεν. lamarin: λεπτό μεταλλικό έλασμα -αρρώστεια που προσβάλλει και τρελαίνει τις γάτες στα φορτηγά πλοία
[9] ρεμούρκιο, το: βεν. remurchio: ρυμούλκημα, ρυμουλκό πλοίο -είδος σκοινιού
[10] μπαλόνια, τα: βεν. balon: παραβλήματα σφαιρικά γιά προστασία των πλαϊνών των πλοίων
[11] προυσαλίδικο, το: χασίς Προύσας, φημισμένο γιά την ποιότητά του
[12] αστρολάβος, ο: κυκλικός χάρτης αστέρων που μπορεί να περιστρέφεται, ώστε να υπολογίζει κανείς τις θέσεις του ήλιου και των αστεριών σε οποιαδήποτε ώρα της μέρας ολοκλήρου του χρόνου.
[13] αντιστοιχία, η: αναγωγή πλεύσης, σύνολο μαθηματικών διορθώσεων της πορείας του πλοίου με τη βοήθεια του χάρτη και της πυξίδας.
[14] μαλαφράντζα, η: ιταλ. mal di Francia: η γαλλική αρρώστεια, η σύφιλη
[15] καντηλίτσα, η: βεν . candelizza: 1. συσκευή που αναρτάται στα πλευρά του πλοίου και στην οποία στέκεται ο εργάτης που επισκευάζει ή χρωματίζει το πλοίο. 2. η καντηλίτσα του φλώκου : [/color]η υπέρα του ατέρμονος 3. Κόμπος επιδέξιος χρησιμοποιούμενος γιά την ανύψωση ανθρώπου στα ξάρτια.
[16] μοράβια, η : ιταλ. moravia: εκλεκτή βαφή, χρώμα εξαιρετικής αντοχής που χρησιμοποιείται γιά τη βαφή των υφάλων του πλοίου
[17] κόντρα γέφυρα, η: σημείο πάνω από τη γέφυρα που ‘ν’ η πυξίδα και το τιμόνι
[18] κουβέρτα, η: βεν. coverta:το κατάστρωμα
————————————————————————————————
Εικόνα
————————————————————————————————
ΠΛΗΡΩΜΑ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟΥ : 1. Πλωτάρχης Αθηναίδου Ντ., Κυβερνήτης, 2. Κελευστής Χαμινάκου Χ., Πλοηγός και Πηδαλιούχος, 3. Σημαιοφόρος Μαυροκύκνης Α., Α’ Μηχανικός, 4. Δίοπος Λεφτοπαίδης Ε., Πολυβολητής και Βατσιμάνης, 5. Κελευστής Αγροτέλης Χ., Μαρκόνης

Advertisements

2 Σχόλια to “βανύλια-υποβρύχιο…”

  1. Αλληγορικός χαιρετισμός στο 2011;

  2. Καλημέρα δείμε και καλή χρονιά .
    Το απάγκιο του νου στα δύσκολα είναι η ποίηση και η λογοτεχνία .
    Όσο για την αλληγορία, κάτι είπε και ο Σεφέρης:

    «Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
    είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
    δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
    γιατί είναι αμίλητη και προχωράει
    στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
    μνησιπήμων πόνος»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: