Αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους: η Ευρώπη δωρίζει 200δις στους πλούσιους της

από kapetanios

του Χάραλντ Χάου

Une Europe qui fait cadeau de 200 milliards à ses riches
© Le Monde

ΠΗΓΗ

Όταν ανακοινώθηκε το νέο σχέδιο υποστήριξης της Ελλάδας, η καγκελάριος ‘Ανγκελα Μέρκελ (Angela Merkel) υπογράμμισε τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στο κόστος της επιχείρησης. Την ίδια ώρα που οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι καλούνται να καταβάλουν άλλα 109δις ευρώ, οι ιδιώτες δανειστές της Ελλάδας θα συμμετέχουν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους με 37δις, μέσω της αποδοχής της μείωσης της ονομαστικής αξίας των ελληνικών χρεογράφων που διαθέτουν στην κατοχή τους κατά 21%. Η συμφωνία των Βρυξελλών δύσκολα θα μπορούσε να είναι λιγότερο ετεροβαρής εις βάρος των φορολογουμένων: η πραγματική αξία των ελληνικών χρεογράφων στη δευτερογενή αγορά είναι ήδη μειωμένη κατά περισσότερο από 50%!

Πέραν όμως της δυνατότητας να ανταλλάξουν τα παλιά τους χρεόγραφα με νέα, οι ιδιώτες επενδυτές επωφελούνται από νέες εγγυήσεις, του «ευρωπαϊκού ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας» (EFSF). Με δεδομένο πως το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να είναι καταχρεωμένο κατά 130% του ΑΕΠ του, μεσοπρόθεσμα είναι αναπόφευκτο να υπάρξει και νέα αναδιάρθρωση του χρέους του, πολύ πιο δρακόντεια αυτή τη φορά -και το κόστος της θα το επωμιστούν καθ ολοκληρίαν οι φορολογούμενοι. Οι ιδιώτες επενδυτές δεν του αγνοούν φυσικά αυτό κι εξασφάλισαν πως θα συμμετέχουν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους «σε εθελοντική βάση».Οπότε η συμμετοχή των ιδιωτών στο κόστος της ελληνικής σωτηρίας αποδεικνύεται απατηλή· το λεγόμενο σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας δεν είναι παρά ένα βασιλικό δώρο προς τους τραπεζίτες και τους άλλους κατόχους ελληνικών χρεογράφων.

Τα σχόλια του Νικολά Σαρκοζί (Nicolas Sarkozy) που διείδε στη συμφωνία των Βρυξελλών ένα πρώτο βήμα προς την ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, εκπλήσσουν πολύ περισσότερο με δεδομένο πόσο ιδιαίτερα ατιμωτική είναι επιτευχθείσα συμφωνία από πολιτική άποψη: από την οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα, που συνολικά μπορεί να φθάσει και τα 200δις ευρώ, θα επωφεληθούν ως επί το πλείστον το 5% των πλουσιότερων νοικοκυριών της χώρας αυτής (γνωρίζουμε πως στις ΗΠΑ και σε ολόκληρο τον κόσμο, το 5% των νοικοκυριών κατέχουν χονδρικά το 70% των χρηματοοικονομικών κεφαλαίων). Από κοινωνική λοιπόν άποψη, η διαχείριση του ελληνικού χρέους ισοδυναμεί με μια γενναιόδωρη αναδιανομή πλούτου προς όφελος των εχόντων και κατεχόντων.

Θεωρητικά, σε μια διαπραγμάτευση μεταξύ κυβερνήσεων και ιδιωτών-επενδυτών, ο συσχετισμός δύναμης κλίνει επ’ ωφελεία των πρώτων. Σε αντίθεση με μια επιχείρηση, ένα κράτος δεν μπορεί να τεθεί σε εκκαθάριση. Όταν λοιπόν χρεοκοπεί ένα κράτος, οι ιδιώτες επενδυτές γίνονται ευάλωτοι.

Τούτου λεχθέντος, αξίζει να αναρωτηθούμε, γιατί απηλλάγησαν οι ιδιώτες-επενδυτές από το κόστος της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους;

O Λορέντσο Μπίνι Σμπάγκι (Lorenzo Bini Smaghi) μέλος της διεύθυνσης της «ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας» (ΕΚΤ), έφτασε στο σημείο να δηλώσει πως τελικά η συμμετοχή των ιδιωτών στο σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας θα επιβαρύνει περαιτέρω τους φορολογουμένους.

Ασφαλώς κάθε δραστική αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα ήταν σε ένα βαθμό παρακινδυνευμένη λόγω της ελλιπούς κεφαλαιοποίησης των ευρωπαϊκών τραπεζών. Αλλά αυτό το πρόβλημα μπορεί να επιλυθεί με πολύ καλύτερο και αμεσότερο τρόπο: με την επιβολή της (υποχρεωτικής) ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Όπως απέδειξε η τελευταία κρίση, εφόσον παρέμβουν ενεργητικά, οι κυβερνήσεις είναι εις θέση να αποτρέψουν κάθε μείζονα κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σε αντάλλαγμα όμως με την οικονομική τους βοήθεια, τα κράτη θα μπορούσαν να λάβουν μερίδιο των μετοχών των τραπεζών, κίνηση που μακροπρόθεσμα θα αποδεικνυόταν ίσως ως και επωφελής για τους φορολογουμένους.

Γιατί όμως μια τέτοια λύση, που είναι επιπλέον πολύ πιο βιώσιμη, δεν αναφέρθηκε ούτε μια φορά; Ο λόγος είναι πολιτικός: κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στα απώτερα συμφέροντα των μεγάλων τραπεζών κι αυτό παρά το ότι η τελευταία κρίση οφείλεται στην αμέλειά τους όσον αφορά την πιστωτική τους πολιτική!

Όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις τους με τον ιδιωτικό τομέα, οι πολιτικοί πάσχουν σε δύο σημεία: λόγω της ανεπαρκούς τους κατάρτισης και της ελλιπούς τους πληροφόρησης, οι υπουργοί οικονομικών δυσκολεύονται πολύ να «στήσουν» συνεκτικά προγράμματα διάσωσης, ενώ η όποια πολιτική τους βούληση απορροφάται από τη μυστικοπαθή ατμόσφαιρα ενός τραπεζικού τομέα που είναι εξαιρετικά απρόθυμος να συνεργαστεί.

Ας μην υποτιμούμε επίσης τα τραπεζικά λόμπι, που αποτρέπουν πολυάριθμους πολιτικούς από το να αναλάβουν το ρίσκο πολιτικών αποφάσεων επωφελών για τους φορολογουμένους. Ενώ λοιπόν η καταστροφική διαχείριση των υποθέσεών τους εκ μέρους της πλειονότητας των τραπεζών κατά την πρόσφατη κρίση -και οι κίνδυνοι που εκείνη εξαπέλυσε- θα έπρεπε να έχουν απαξιώσει τον τραπεζικό κλάδο, τουλάχιστο ως σύμβουλο των πολιτικών, η πολιτική του επιρροή παραμένει αντιθέτως άθικτη.

 Ζητήστε από τα βατράχια ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να αποξηρανθεί το έλος τους και θα σας συμβουλέψουν να προσθέσετε νερό! Παρομοίως, το σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας εκπονήθηκε από τον πρόεδρο της «Ντόιτσε μπανκ» Γιόζεφ ‘Ακερμαν (Josef Ackermann) και το «διεθνές οικονομικό ινστιτούτο» (IFI). Σαν να θέταμε το υπουργείο υγείας υπό την αιγίδα των καπνοβιομηχανιών.

Η ανικανότητα των Ευρωπαίων πολιτικών να επιβληθούν επί του ιδιωτικού τομέα εξηγείται επίσης από την κατάτμηση της πολιτικής εξουσίας σε πολυάριθμα κράτη-μέλη. Εν έτει 1982, ο υπουργός οικονομίας των ΗΠΑ Τζέιμς Μπέικερ (James Baker) ήταν εις θέση να αρνηθεί κατηγορηματικά στις αμερικανικές τράπεζες κάθε σκέψη για «κοινωνικοποίηση» του κόστους διαχείρισης του χρέους της λατινικής Αμερικής. Αλλά στην Ευρώπη, κάθε πολιτική λύση υπόκειται στη μακρά συμβιβαστική ευρωπαϊκή διαδικασία, με αποτέλεσμα η θέση της ‘Ανγκελα Μέρκελ να είναι πολύ ασθενέστερη.

Τέλος, ηγούμενη με πάθος μιας εκστρατείας κατά της εμπλοκής του ιδιωτικού τομέα στο σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας, η ΕΚΤ συνέβαλε κι εκείνη στο να καμφθεί η πολιτική βούληση της γερμανικής πολιτικής ηγεσίας. Μια σειρά από εκπροσώπους της ΕΚΤ έδιναν την εντύπωση πως ενδιαφέρονταν περισσότερο για την προστασία των οικονομικών ελίτ των χωρών καταγωγής τους, παρά για τους Ευρωπαίους φορολογουμένους και πολίτες.

Ακόμα κι αν αποδεχθούμε πως το τελευταίο σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς την οικονομική διακυβέρνηση της Ελλάδας, το ζήτημα είναι να δούμε πόσες παρόμοιες αποφάσεις μπορεί να αντέξει η ευρωζώνη. Ατυχώς, η Ευρώπη θα κληθεί να αντιμετωπίσει το επόμενο κύμα της κρίσης, χωρίς να έχει πραγματοποιήσει καμία ουσιαστική πρόοδο στον τομέα της οικονομικής της πολιτικής.

Κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε πως οι πολιτικοί θα αντιτίθεντο στα συμφέροντα των τραπεζών και θα επέβαλαν στα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τη δραστική ανακεφαλαιοποίησή τους. Αλλά τίποτα δεν προμηνύει κάτι τέτοιο. Η «κοινωνικοποίηση» του κόστους διαχείρισης του ελληνικού χρέους από τη μια δεν πρόσκειται να ξεχρεώσει πραγματικά αυτή τη χώρα, από την άλλη προσφέρει μια αχρείαστη ανακούφιση σε όσους θα ήταν οι ικανότεροι να επωμιστούν την αναπόφευκτη περαιτέρω αναδιάρθρωσή του.


Ο Harald Hau είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Γενεύης και στο «ελβετικό οικονομικό ινστιτούτο»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: