Μήπως τα θέλουμε και μπερδευόμαστε;

από kapetanios

Του Β Καργούδη

http://www.athina984.gr/node/116650

Εκεί κατά το τρίμηνο Μάρτη – Απρίλη – Μάη του 2010, πριν ακόμα από την κάμψη των σκληρών γερμανικών επιφυλάξεων  και του σχετικού πανικού που δημιούργησε η απουσία θεσμικής πρόβλεψης-πρόνοιας  για το πώς θα πορευόταν η Ευρώπη του κοινού νομίσματος σε συνθήκες κρίσης, πριν ακόμα από την ανακουφιστική κατάληξη με τον σχηματισμό του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης και των εξελίξεων που ακολούθησαν, ο Έλληνας πρωθυπουργός, άρχισε να δημιουργεί ένα διεθνές δίκτυο-συμβούλων ή υποστηρικτών του εγχειρήματος της χώρας μας, που περιλάμβανε τρανταχτά ονόματα του διεθνούς οικονομικού προσκηνίου, ακαδημαϊκού ή συγγραφικού-δημοσιογραφικού.

Τα ίδια τα ονόματα, (Στίγκλιτς & Κρούγκμαν στην αρχή), το κύρος των προσωπικοτήτων, και η απουσία δισταγμών ή επιφυλάξεων με την οποία, πράγματι, έσπευσαν να μιλήσουν υποστηρικτικά για την ελληνική κρίση και το εγχείρημα της υπέρβασής της, με μια προθυμία που εδώ τουλάχιστο εξέπληττε, όλα αυτά, κατά κάποιο τρόπο απέτρεπαν την έγερση ενστάσεων αμφισβήτησης.

Καταλογίστηκε πάντως τότε, μια υπερβολική μέριμνα μηντιακής ή δημοσιοσχεσίτικης υπερ-εκμετάλλευσης,  που -υποτίθεται- αμφισβητούσε και την ίδια τη σοβαρότητα της ενέργειας, αλλά  και το αν και κατά πόσο «όλα αυτά», θα είχαν και την ελάχιστη, έστω, χρηστική αξία.

Εδώ και κάποιο διάστημα πάντως, εμφανίζεται το φαινόμενο οι ίδιοι ακριβώς που ενίσταντο για τις επιλογές Παπανδρέου σαν «υπερβολικά πιασάρικες» και σε κάθε περίπτωση «επιφανειακές» και μόνο, & «χωρίς την παραμικρή χρηστική αξία», να στηρίζουν την κριτική που του ασκούν για την -υποτιθέμενη- «έλλειψη αναπτυξιακής πνοής» στο μίγμα πολιτικής που φαίνεται να προκρίνει το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο, στις τοποθετήσεις των προσωπικοτήτων αυτών.

Και επειδή αμφότεροι οι κ.κ. Στίγκλιτς και Κρούγκμαν, εκφράζουν, με τον τρόπο του ο καθένας, (και με όρους της αμερικάνικης δημόσιας ζωής) αυτό που λέμε νέοκεϋνσιανή αντίληψη της οικονομικής συγκυρίας, είναι προφανές ότι θα εκφράζουν γενικότερα απόψεις έντονης αποδοκιμασίας ενάντια σε επιλογές που περιλαμβάνονται στο νεοσυντηρητικό-φιλελεύθερο ευαγγέλιο περί «απορρύθμισης των οικονομικών θεσμών, και της δυνατότητας των Αγορών να αυτορυθμίζονται, ελλείποντος και του μικρότερου ελεγκτικού ή ρυθμιστικού ρόλου του  Κράτους.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν θα μπορούσαν φυσικά να αφήσουν ασχολίαστο και το μίγμα μέτρων το οποίο ΕΕ, ΕκΤ & ΔΝΤ κατάληξαν να προτείνουν (ή ορθότερα να επιβάλλουν, αν θέλουμε να είμαστε ακριβέστεροι) στη χώρα μας.

Μίγμα, που φυσικά, με δεδομένη την επικράτηση ακραία φιλελεύθερων επιλογών στα όργανα της ΕΕ (ήδη από το τέλος της εποχής Ντελόρ & το Μάαστρχτ του 1992,  αν θέλουμε να ακριβολογούμε), και μάλιστα κατά καθαρή απομίμηση αμερικανικών συνταγών που την ίδια στιγμή στις ίδιες τις μητροπολιτικές ΗΠΑ έδειχναν να βρίσκονται σε πανικόβλητη υποχώρηση, δεν μπορούσε παρά να ρίχνει το βάρος του αποκλειστικά και μόνο στη δημοσιονομική εξισορρόπηση.

Μια εξισορρόπηση, που με δεδομένο το μέγεθος & την οξύτητα του ελληνικού προβλήματος, έδειχνε το πιο αποκρουστικό κοινωνικά πρόσωπό της, υιοθετώντας σκληρές περιοριστικές πολιτικές, που με τη σειρά τους οδηγούσαν ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού σε πολύ σοβαρές εισοδηματικές απώλειες και κάποιες κοινωνικές ομάδες στην ανάγκη για  υιοθέτηση πιο περιορισμένων καταναλωτικών προτύπων, με ό,τι αυτό συνεπάγονταν για το στυλ ζωής που για δεκαετίες είχαν ακολουθήσει.

Το ζήτημα όμως είναι πως, όταν Στίγκλιτς & Κρούγκμαν είχαν προθυμότατα συνηγορήσει υπέρ της χώρας μας, το είχαν κάνει τονίζοντας και από τη δική τους οπτική την ανάγκη να της συμπαρασταθεί άμεσα η Ευρώπη στην αντιμετώπιση της κρίσης της, για τον απλούστατο λόγο ότι η ίδια δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει τις ενδεχόμενες συνέπειες που θα είχε μια ελληνική χρεοκοπία για ολόκληρη τη ζώνη ευρώ και την ίδια την υπόσταση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος.

Και όταν σήμερα με την ίδια καθαρότητα κριτικάρουν τη φιλελεύθερων αποκλίσεων δημοσιονομική μονομέρεια του Μνημονίου, δεν εννοούν προφανώς ότι η χώρα μας είχε το παραμικρό περιθώριο είτε να προτείνει μονομερώς ένα άλλο Μνημόνιο είτε να αγνοήσει ή να αρνηθεί αυτό που της πρότειναν.

Μόνο που ο συγκροτημένος πολιτικά (και ακαδημαϊκά λόγος) δεν χρειάζεται κάθε φορά να επαναλαμβάνει πως όταν εκφράζεται κάθε φορά δημόσια, αφορά συγκεκριμένα ζητήματα, όπως αυτά νοούνται σε διαφορετική κάθε φορά συγκυρία…

Μήπως θα έπρεπε, ειδικά για τη χώρα μας και ειδικότερα για κάποιους συγκεκριμένους «αναλυτές» να γίνεται κάποια εξαίρεση;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: