Παπούτσα η τετράστιχη

από kapetanios

ελάτε σιμά σεις  ποιητές
κοντέψτε  στιχοπλόκοι
να πλέξτε τα καμώματα
της πάπουτσας  του Γιώργη


https://carnagio.wordpress.com/2010/09/12/

Παπούλης

Γι αυτό υπάρχει η θυμόσοφη λαϊκή ρήση :

Κομπάρε μου κομπάρε μου

παπούτσα θέλω πάρε μου

Δήμητρα

γειά σου ρε παπούλη με τα ωραία σου.

μακάρι να ήτο τίμπερλαντ

ή έστω ένα σεμπάγκο

το μοκασίνι που θα ρθεί
να μ΄εβρει στο στο δοξαπατρί
να φκιάσω ένα κάργκο

γιατί άμα μαζώξουμε
παπούτσα μιάς αξίας
εκάναμαν την τύχην μας,
λόγω χωροταξίας.

και γυροφέρνει στο μυαλό
εκτός απ των δεόντων
το ποιηματάκι το παλιό
των παλαιων γερόντων.

τα γομάρια στο λιβάδι
περπατούσαν κούτσα- κούτσα
κι από κάτω τους κρεμόνταν
τα μεγάλα τους ….παπούτσα.

και τότε εκατάλαβα
πως όλα τάχουνε είπει
οι προηγούμενοι ημών
δίχως ένα τερτίπι.

Μπερνυ

Γέρο μου τα παπούτσα σου
τι τα χεις λερωμένα;
γιατί ‘ν’ οι σόλες τους λειψές,
τα ψίδια τους τριμμένα;
Γιατ’ είναι τα κορδόνια τους
σαρακοφαγωμένα;
μην τα ‘λιωσαν οι διαδρομές,
τα πήγαινε, τα έλα;
μην οι βροχές κι η λασπουριά,
μην οι κακές οι πέτρες;

Ούτε οι δρόμοι τα ‘φαγαν
ούτε τ’ ανεμοβρόχια
ούτε οι στράτες οι κακές
οι κακοτραχαλένιες

Μ’ απ’ το πολύ το πέταμα,
το άστοχο σημάδι,
από τις πρόβες τις πολλές
με τους καμεραμάνους
τριφτήκανε οι σόλες τους
τα άγιά τους ψίδια
και χάσανε το στόχο τους,
δόξα πατρί δε βρήκαν…

Δήμητρα

τι ‘ν’ τούτα οπ’ ακούν
τα έρημα τ αυτιά μου.
δεν βρήκαν στόχο τα ορφανά;
τα δρομοχτικιαζμένα;
Τα άτυχα παπούτσα του;
Τα γκρεμοτσακιζμένα;

Ααααανάααααθεμα τον άσχετο
που έκανε τη ρίψη
τον άσχετο , τον άμαθο
τον κωλοερασιτέχνη
Δεν ήξερε , δε ρώταγε;
Πως ρίχνουν τα παπούτσα;
5Τουλάχιστο να έβρισκε
στο δρόμο μιά κουκούτσα.

να μάθει πως ξυπόλητος
δεν κάνει να πααίνει
διότι αγκάθια θα πατεί
καθώς θα ανεβαίνει
τον δρόμο τον ανήφορο
τον χιλιοπεραζμένο

που πριν από τον ίδιονε
κι άλλοι είχαν περάσει
με μία σκέψη στο μυαλό
μία προδότρα , μόνη.
πως πρέπει τα παπούτσα τους
να είναι χωρίς κορδόνι.

Μπέρνυ

Κόκαλα θέλει ο χορός,
πλεμόνι η ανηφόρα,
κι η παπουτσοσφεντόνιση
της Άρτεμης σημάδι

να κάνει διάνα σβουριχτή
καρούμπαλο μεγάλο
με φτέρνα και με κουντεπιέ
με φάλτσο και με τέχνη

σαν μπούμερανγκ του Αυστραλού
σαν δόρυ Σπαρτιάτη
σαν πέτρα Παλαιστίνιου
σφαλιάρα Τιραμόλα

να μην αφήνει όρθιο
στόχο δαμέ για στόχο
μα έλα που δεν έχουνε
πολλοί τέτοιο ταλέντο

και κάτι ξέψυχες ριξιές
ξέρουνε να σβουρίζουν
ρεντίκολο να γίνονται
εδώ και παγκοσμίως…

Δήμητρα

θέλεις στην κούνια βάλε με
θέλεις στη σαρμανίτσα
μα τέτοια λόγια μη μου λες
μαγκιώρα σουρπουίτσα.

το μόνο και ζητούμενο
της μάννας του καμάρι
ήταν να βρεί το στόχο του
εκείνο το γομάρι

που ένα παπούτσι τούπαμε
να ρίξει του μαλάκα
και κείνος τάκανε σκατά
απόσκατα , και πλάκα.

τόσο που εσκεφτόμουνα
μήν είναι το γραμμένον
αλλοι να ρίξουν κατιτίς
κι ουχί πεπατημένον

κάτι σε κόκκινον βαθύ
βαρύ και γινωμένο
που θέλει χέρι σταθερόν
μακρύ και θυμωμένον

προς τούτο πήγα κι έκοψα
ευθύς εκ του μπαξέως
πέντε ντομάτες γηραιές
διότι φευγαλέως

μιά σκέψη πάλι διέσχισε
το φοβερό μαλό μου.
πώς νάταν νάκανα
τη μούρη ετούτη λούτσα
ντομάτα να επέταγα
αντί γιά δυό παπούτσα.

Μπερνυ

Δήμητρα το ‘χει η μοίρα σου
από το ζαρζαβάτι
ρούπι να μην το ξεκουνάς
μπας και σε πιάσει μάτι!

Όμως καλή μου Δημητρώ
τη ζουμερή ντομάτα
άσ’ τη για κάνα φαγητό,
για κάνα σαγανάκι

ναπολιτέν τρικούβερτη,
στιφάδο ζηλεμένο
κάνα κρεμμυδοκαγιανά
με νόστιμη φετούλα

Κανένα ρόστο με χοντρό
βαρβάτο μακαρόνι
αλά σπετσώτα ψάρακλα
άντε, και καμιά πίτσα!

Μα όχι για τις σκατόφατσες
τις ξινοζαρωμένες
του καθενός γρουσουζλεμέ
του κάθε σιχαμένου

λυπήσου το λαχανικό
το έντιμο, το ντούρο
το τιμημένο κόκκινο
την ένδοξη ντομάτα

και άσε βρωμοπάπουτσα
ομού με τα γιαούρτια
να ντεκοράρουνε κομψά
κεφάλια και μουτράκλες

Δήμητρα

δεν είναι κι άσκημο μαθές
να τις κρατήσω σπίτι
παρά να κάνουν εκδρομή
στη φάτσα του αγύρτη

οποτε αλλάζω ρότα
τώρα ευθύς
γιαούρτι πάω να πήξω
με γάλα αγελαδινό
στη μούρη να του ρίξω.

και μη με λες
γιά φαγητά
διότι πειναλέων
είμαι από τις τέσσερις
και δεν σε βλέπω πλέον.

Μπερνυ

Πήγαινε Δημητρούλα μου
γιαούρτιον να πήξεις
και λίγη ντοματόσαλτσα
-λείπει το κεμπαπάκι!

είναι η μαντινάδα σου
τρικάντουνη, όπως λένε,
στο μακρινό μου το χωριό,
αλλά δεν επειράζει

κι άντε να φας, άντε να πιεις
νωρίς άντε να θέσεις,
κι αύριο μέρα του Θεού,
μέρα και του Διαόλου

ζωή κι υγεία να ‘χουμε
για να τα ξαναπούμε!

Βαγγέλης

Πώς μας θωρεί αξύριστο
το άστοχο γομάρι;
Δημοσιότητες μούθελε;
Τον κόβω για παπάρι

Παπάρι αναπόσσπαστα,

Δεμένο με μια πούτσα,
και όχι με τυχάρπαστα
και τόσο άστοχα παπούτσα

Δημητρα

Βαγγέλη μου καμάρι μου
τί σούμελε να πάθεις
νύχτα και μεσοπέλαγα
στα κύματα εχάθης

πάντως αν δεις
στα σκοτεινά
κάτι να επιπλέει
σε σχήμα αγγουρόσχημον
πάρτλυ στραβοχυμένον

μη το ακουμπησεις μάτια μου
και κάτσε μακρυά του
διότι μάλλον και ουχί
πρόκειται γιά παπούτσα
από τα συμφραζόμενα
το βλέπω νάναι η πούτσα.

Μπερνυ

Ναυαγισμένε στιχουργέ,
δύστυχε Ροβινσώνα,
πώς τόλμησες να ξιπαστείς,
τάχα μου να νομίσεις

ότι η μούσα η ποι’τική
η θεία Καλλιόπη
(όχι στο στράτευμα, καλέ,
η άλλη, η εμπνεύστρια!)

θα έδινε τα δώρα της
έτσι τ΄αβασανίστου
στου καθενός που ζήταε
τη θεία έμπνευσή της;
(εε;; εεεεε;;;;;)

καλά σε τα ‘πε η΄Δήμητρα:
πρόσεξε μπας και πιάσεις
κάνα μαρκούτσι στραβωπό
(σαν καφεδιά μπανάνα)

γιατί δεν θα ‘ν΄ ο Διαμαντής
το διάσημο φιδάκι,
παρά το πάρτλυ ύποπτο
συνάμα και γλοιιώδες

που κάθε άντρακλας σωστός
για άλλους το αφήνει…

Παπούλης

Μούσα μου εκεί που τριγυρνάς χαμένη στα σοκάκια
για σύρε τα ποδάρια σου και κατά δώ ξεκίνα
μες το καρνάγιο να βρεθείς όπου δυό κοριτσάκια
τους στίχους θεραπεύουνε , η Δήμητρα και η ..Ντίνα

Και εκεί που ξεσαλώνανε εβγήκε το καργούδι
όπου δεν έτρωγε μικρός της ρίμας το φαγούδι
ότι εθίγη , ευαίσθητος , και δια την ύβριν κράζει
της ρίψεως υποδήματος , εφόραε τουρμπάνι

κειός ο μουσάτος ταλιμπάν , μαζί κι μπιμπισήδες
που στήσανε το σκηνικό , να κλαίν οι χιμπατζήδες
των ΜουΜουΕ , να οδύρωνται οι κλώσσες στα κανάλια
και ο κοσμάκης να απορεί μ’ αυτά τα μαύρα χάλια.

Σε τούτη την πανήγυρη δεν πρόκανα να φτάκω
γιατί δουλεύω ο φτωχός , η κεφαλή στο τάκο ,
κι έχω συνάμα στα σκαριά ποστάκι για να γράψω
του Zero Mostel κοστουμιά τοιμάζομαι να ράψω

Μπερνυ

Καλώς τον παπουλάκο μας
τον αργοπορημένο,
καλώστονε κι ας άργησε
τον πολυαγαπημένο

πάνω που ετοιμαζόμουνα
το λαπτοπ μου να κλείσω
βλέπω το ποιματάκι του
κι ευθύς γυρίζω πίσω

όμως, κι εγώ η δύστυχη
δουλεύω και ποστάρω,
πληκτρολογώ ασταμάτητα
κι αρχίζω να ρετάρω

γι’ αυτό και παίρνω αναβολή
βγαίνω εκ της αιθούσης,
και συνεχίζω αύριο
Δήμητρας βοηθούσης!

Μαυροπρόβατο

Καλά, τι γίνεται εδώ και δεν το πήρα πρέφα;
Όλοι στιχοπλοκομιλούν, ως ο παπούλης έφα;!
Θέλω κι εγώ να εκφραστώ, για κείνο το παπούτσι,
αλλ’αύριο από νωρίς, με κυνηγάει μαρκούτσι…
Την καληνύχτα μου λοιπόν, σε όποιον ξαγρυπνάει
κι αύριο βράδυ που νέα ορμή, η Μούσα θα ξυπνάει
θα πιάσω τη συνέχεια, όπου τη βρω αφημένη
του παπουτσιού, που τούλειπε σκατούλα πατημένη!

Δήμητρα

γιά δες το μαυροπρόβατο
πως ροβολάει στον κάμπο
με την κουδούνα στο λαιμό
και το μυαλό στο μάμπο.

Με έκπληξιν και θαυμασμόν
τον διάβασα ασμένως
κι εκεί που που τον περίμενα
να φτάσει ιδρωμένος,

εκείνος τα κατάφερε
χωρίς ζόρι κανένα
να έμπει μέσα στο χορό
της παντοφλέ παπούτσας

Αυτής που ο παππούλης μας
εννόησε πρωτίστως
και έδωσε το έναυσμα
του γέλιου ευχαρίστως.

και συ ορή που άρχισες
στα σοβαρά να μπλέκεις
για βγες στο παραθύρι σου
να σε χαρώ να πλέκεις!

Παπούλης

Δύο πουλάκια κάθουνταν στης εκκλησίας το τρούλο
τιτίβιζαν και κούναγαν το πλουμιστό τους culo
το πρώτο είν’ ο φασουλής , το άλλο περικλέτος
φτώχεια μας δέρνει χωριανοί το μαύρο τούτο έτος

όσοι βολεύτηκαν καλά κι αγόρασαν παπούτσα
και τους λουφέδες να μασούν , να ζούνε στους οντάδες
να σεριανάνε στα abroad ωσάν το κο δρούτσα
τώρα μπορούν να τραγουδούν , να κάνουνε καντάδες

Δεν κλαίω κείνο το μπερντέ , golem των μπιμπισήδων
όπου τη δόξα ζήλωσε ριπτών παπουτσοβόλων
Μον κλαίω τη πατρίδα μου στα χέρια των σκιτζήδων
και τα παπούτσα του λαού , πού μείναν άνευ σόλων

****

αν δε γροικάτε  αγαπητοί  πως τούτο το ποστάκι
επήρε δρόμο αλλιώτικο και μπήκε στο κονάκι
της ρίμας και της σάτυρας , να ζεσταθεί κομμάτι
αν επιμείνετε  σοβαρά , θα μείνετ αμανάτι

Advertisements

2 Σχόλια to “Παπούτσα η τετράστιχη”

  1. και τι να δω πρωί πρωί
    με τον καφέ στο χέρι !
    καινούριο έπος να κινά,
    κι ο βλάχος να συγχαίρει,

    όσους πολύ προσπάθησαν
    να πάρουνε την βούρτσαν
    ν’ ασπρίσουν με τον γέλωτα
    την μαύρην την παπούτσαν.

    όλοι σχεδόν αρχίσαμε
    πνευστά , μα και μαράκας
    να δώσουμε τον τόνον μας
    σε ούφο και μαλάκας.

    και μόνο εκείνο το έρημο
    το ναυαγό , στο κύμα
    καθόλου δεν κατάφερε
    να εισέλθει εις την ρίμα

    παρότι , Καίτοι και Φανή
    κατέχει και τα μέτρα
    εδώ πολύ ατύχησε
    και σκόνταψε σε πέτρα.

    Ένυγουέη που λέμε πιά
    καθότι μορφωμένοι
    εμείς, γι αλλού κινήσαμε
    αν και καθηλωμένοι

    θα βρούμε πάλι τη στροφή
    το στρίψιμο του δρομου
    και τότε θα του δείξω εγώ
    του ερμή του αναδρόμου

    δ

Trackbacks

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: