Χρόνης Μίσσιος

από kapetanios

«…Οταν λοιπόν ο Παπαμαρσίπ έμαθε οτί το κόμμα αποκήρυξε τον ’ρη, έγινε Τούρκος που λένε. Την Κυριακή στην εκκλησία, αφού πρώτα τράβηξε μια βαρβάτη δέηση στο θεό, να φυλάει τον ’ρη και τα παλικάρια του από κάθε κακό, όταν η λειτουργία έφτασε στον πολυχρόνιο που λέγανε για το βασιλιά ο Παπαμαρσίπ το είπε για τον ’ρη. «Πολυχρόνιον ποιήσαι Κύριος ο Θεός ημών τον πρωτοκαπετάνιον ημών ’ρην Βελουχιώτην…»
Ε, όπως ήταν φυσικό, το κόμμα τον αποκήρυξε, ο δεσπότης τον καθαίρεσε κι η χωροφυλακή τον τσάκωσε, και αφού του ‘ριξε κάνα δυο μπερντάχια, τον πήγανε σε δίκη και του ‘ριξαν και δέκα χρόνια φυλακή……….»

ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ Ενας «ιδιόρυθμος» αριστερός διανοούμενος

http://www.geocities.com/altlinks/xronis.htm

«Υπάρχουν δυο ειδών επαναστάτες. Αυτοί που πιστεύουν σε έναν άλλο πολιτισμό και θέλουν να ανατρέψουν το σύστημα και αυτοί που είναι εκτός του συστήματος και των απολαβών του και θέλουν απλώς να το καταλάβουν για να μετάσχουν κι αυτοί στο παιχνίδι. Φοβούμαι πως η Αριστερά σήμερα κατάντησε να είναι το δεύτερο είδος».
Μέσα σε δυο προτάσεις του ο Μίσιος δίχνει το κατάντημα της «επίσιμης Αριστεράς». Μιας συμβιβασμένης «αριστεράς» που έχει σπείρει απογοητεύσεις σε αγωνιστές, έχει προδώσει όνειρα και θυσίες έχει στείλει στην ιδιότευση εκατοντάδες δοκιμασμένους στο καμίνι του ταξικού αγώνα επαναστάτες.

Ο Χρόνης Μίσσιος γεννήθηκε στη Καβάλα το 1930, από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Αυτή τη περίοδο, η οικογένεια του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη, και ο Χ.Μ δουλεύει μικροπωλητής, με κασελάκι στο λιμάνι. Το σχολείο το σταμάτησε στη δευτέρα δημοτικού. Στη κατοχή, ο Ερυθρός Σταυρός στέλνει αποστολές παιδιών σε αγροτικές περιοχές για να τα σώσει από τη πείνα.

Ο Χ.Μ βρίσκεται τσομπανόπουλο στα Γιαννιτσά, απ’ όπου, με το κοπάδι του, περνάει στους αντάρτες που τον χρησιμοποιούν ως σύνδεσμο. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, κι από κει και πέρα η ζωή του ακολουθεί τη περιπέτεια της αριστεράς στην Ελλάδα. Οργανώνεται στο Δημοκρατικό στρατό πόλεων, και το 1947, συλλαμβάνεται, βασανίζεται άγρια, και καταδικάζεται σε θάνατο.
Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν, και γλίτωσε το γεγονός χάρη σ’ ένα τυχαίο γεγονός.

Το 1953 αποφυλακίζεται, παρουσιάζεται στο στρατό και στέλνεται στο Μακρονήσι, κι αργότερα στον ’ι-Στράτη, οπού μένει ώς το 1962 που διαλύθηκε το στρατόπεδο, με μικρά διαλείμματα ελεύθερου βίου. Από το 1962 που βγαίνει, δουλεύει ως στέλεχος της Ε.Δ.Α. Η δικτατορία του ’67 τον βρίσκει μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη, υπεύθυνο για την οργανωτική δουλειά. Περνάει στη παρανομία από τη πρώτη στιγμή, και μαζί με άλλα στελέχη της Δ.Ν. Λαμπράκη ιδρύουν το Π.Α.Μ.

Το Νοέμβριο του 1967 συλλαμβάνεται και καταδικάζεται από το στρατοδικείο σε δεκαοχτώ χρόνια φυλακή. Και πάλι Αβέρωφ, Κέρκυρα, Κορυδαλλός, ως την αμνηστεία του Παπαδόπουλου, τον Αύγουστο του 1973. Από τότε ζεί ελεύθερος στην Αθήνα.

Τα βιβλία που έχει εκδόσει είναι:
Τα κεραμίδια στάζουν
Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;
Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς
Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι
Ντομάτα με γεύση Μπανάνας

Παρακάτω βάζουμε αποσπάσματα απ’ τα δυο πιο χαρακτηριστικά του βιβλία -τουλάχιστον εμάς μας αρέσουν περισότερο.
Αποσπάσματα απ’ το βιβλίο του «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς»:
«…..Έτσι κάθε πρωΐ τους περιμένω. Πραγματικά, ένα πρωΐ, ίσα που πρόλαβα να τελειώσω το τσιγάρο και γκράγκα γρούγκα οι σιδεριές. Ήταν δύο. Με παίρνουνε και με πάνε έξω από μια πόρτα, χτυπάνε ανοίγουνε και με σπρώχνουνε μέσα όπου βρίσκομαι στην εξής σκηνή: Ο διοικητής η μπινεδιάρα που σου ‘λεγα, κάθεται στο γραφείο. Απάνω στο γραφίο είναι πεσμένο ένα κτήνος, ίδιο περίπτερο με κόκκινα μαλλιά και φακίδες.

Έλεγε λοιπόν το κτήνος, δώστον σε μένα, ρε Σωτήρη -Σωτήρη λέγαν το διοικητή- να τον πάρω στην ΕΣΑ να το γλεντήσουμε λιγάκι, να τον κάνω να ξεράσει της μάνας του το γάλα, και ο Σωτήρης απαντάει, Όχι, Σταύρο μην επιμένεις, θα τον περάσω πρώτα εγώ από το χειρουργείο, κι αν δε βγάλω τίποτα θα στον δώσω, έχεις το λόγο μου.
Μόλις με είδανε, σταμάτησαν τάχα σαστισμένοι, σα να τους έπιασα στα πράσα.

Εγώ χαμογέλασα, διότι ψυλλιάστηκα ότι πάλι μου το παίζουνε παλκοσένικο. Μου λέει ο ταγματάρχης το κτήνος ντε της ΕΣΑ, τι γελάς, ρε μαλάκα;
Έ, λέω, που με παζαρεύετε, δε βάζετε και κανά στοίχημα…
Με πλάκωσε σε κάτι σφαλιάρες, σε κάτι κλωτσιές, και μετά με καθίζει σ’ ένα καναπέ, κι αρχίζει η κουφάλα να με βαράει με τη κόψη της παλάμης στη καρδιά, στο πλάι του λαιμού, στο στομάχι, στο συκώτι και με βρίζει: Κουφάλα, γαμημένε, γαμώ τη μάνα σου , την αδερφή σου, τη γυναίκα σου και τέτοια.
Βαράει βρίζει, εγώ τίποτα. Τον κοιτάω στα μάτια.
Ο κύριος διευθυντής κάνει τσιγάρο σα να παρακολουθεί αθλητική συνάντηση.

Ξέρω πως στο βάθος είναι μαζί μου, όχι μονάχα γιατί μισεί το κτήνος που ενώ παριστάνει τον άντρα που τρώει σίδερα, είναι κότα του κερατά, αλλά και γιατί θα δεχτεί καίριο πλήγμα η επαγγελματική ειδικότητά του αν καταφέρει να με σπάσει ο καραβανάς.
Τέλος κάποια στιγμή, είτε γιατί πέρασε η επίδραση του ηρεμιστικού, είτε γιατί άρχισε να με λέει προδότη, μητραλοία και άλλες τέτοιες μαλακίες, μου την έδωσε που λένε, τινάχτηκα πάνω σαν ελατήριο, και όπως ήταν σκυμμένος παραλίγο να του ρίξω κουτουλιά.
Έκανε πίσω, και με κοίταξε σαστισμένος. ’ντε γαμήσου μωρή κουφάλα, του λέω. Που πολέμησες και πήρες τα γαλόνια σου, ρε; Εμένα θα πείς προδότη, εγώ έχω τραύματα απ΄ τους Γερμανούς στο κορμί μου, ρε πούστη! Έχετε τανκς, μπιστόλια, κανόνια, βάλτε τα στο κώλο σας, άνανδροι. Μόνο σε δεμένους και άοπλους ξέρετε να κάνετε τους παλικαράδες. ’μα σας πιάναμε, θα φέρνατε τις γυναίκες και τις κόρες σας να πηδήξουμε για δυο τσιγάρα, όπως κάνατε με τους Γερμανόυς και με τους Εγγλέζους.
Τίποτα δεν έχουμε, ρε, μόνο τη παλικαριά μας, άνανδροι. Ούτε αυτό δε σέβεστε. Αλλά που το βρήκατε το αντριλίκι, αφού φοράτε μεταξωτές κιλότες…..Τ
ον τσακώνω από το μπράτσο και τον σέρνω προς τη πόρτα, πάμε ρε, πάμε ρε του λέω στα παλικάρια σου στην ΕΣΑ. Τον τραβάω, τον σέρνω προς τη πόρτα. Είμαι έξαλλος. Αυτός τα ‘χει χάσει.

Κείνη την ώρα πετιέται απάνω ο διοικητής, ο Σωτήρης, και του λέει, Σταύρο, σε παρακαλώ είναι δικός μου κρατούμενος, είναι κομμουνιστής βέβαια, αλλά είναι καλό παιδί, έχω πληροφορίες από την ασφάλεια Σαλονίκης, δεν μπορείς να του συμπεριφέρεσαι έτσι.
Τώρα μάλιστα, λέω από μέσα μου. Δεν είναι κανά τσογλάνι-συνεχίζει ο Σωτήρης- ήτανε μελλοθάνατος, όλη τη ζωή του είναι φυλακή.

Με βάζουνε, ξανακάθομαι στο καναπέ, έρχεται ο ταγματάρχης, μου ζητάει συγνώμη και τα τέτοια και μου λέει θες να κουβεντιάσουμε για μαρξισμό; Εγώ θα σου αποδείξω οτί οι εργάτες εκμεταλλεύονται το κεφάλαιο κι όχι όπως λέτε εσείς το κεφάλαιο εκμεταλλεύεται τους εργάτες.
Λέω, δε κουβεντιάζω για τίποτα αν δε μου δώσετε νερό και τσιγάρο. Τους παίζω σκληρά, γιατί δε βγαίνει αλλιώς, αλλά και γιατί ξέρω, πως ότι και να μου κάνουν, πρέπει να με συναρμολογήσούν και να με γυρίσουν πίσω, είμαι χρεωμέμος στη φυλακή, και οι σταθμοί σίγουρα θα τους καταγγείλουν απέξω.
Μου λένε, εντάξει, μήπως θέλεις και καφέ; Λέω όχι, καφέ δε θέλω, μόνο νερό και τσιγάρο. Καφέ να μη πίνεις ποτέ στην ασφάλεια, πρέπει τα νεύρα σου να είναι ήρεμα, μόνο νερό και κανά χαμομήλι, άμα σ’αφήνουν. Τι λέω τώρα, αλίμονο αν υπάρχει ασφάλεια και εκεί που είσαι!
Τέλος μου φέρνουν ποτροκολάδα, τη πίνω, βγάζει και τα τσιγάρα του ο κοκκινοτρίχης, ανάβω, και μου λέει το Ντητρόιτ το ξέρεις; Λέω το ‘χω ακουστά.
Μου λέει, τι είναι το Ντητρόιτ; Λέω μια πολιτεία της Βόρειας Αμερικής. Μου λέει, μπράβο και συνεχίζει. Τι παράγει το Ντητρόιτ ξέρεις;
Λέω, δεν ξέρω τι παράγει, αλλά ξέρω ότι φημίζεται για τη βιομηχανία αυτοκινήτων που έχει.
Μπράβο, μου κάνει, βλέπω πως είσαι αρκετα μορφωμένος.

Δε μιλάω, τον κοιτάω, που το πάει η κουφάλα λέω από μέσα μου.
Λοιπόν, συνεχίζει, το Ντητρόιτ έχει τρακόσιες χιλιάδες εργάτες. Μια μέρα οι εργάτες πάνε στο σωματείο τους και λένε, ρε μάγκες, δε μας φτάνουν τα πενήντα δολάρια που παίρνουμε τη βδομάδα, δε σενιάρουμε μια απεργία να τα κάνουμε ογδόντα;
Αμέ, λένε οι συνδικάλες, δικές σας κουφάλες σίγουρα, σενιάρουνε λοιπόν την απεργία, και λένε στ’ αφεντικό, ή ογδόντα τη βδομάδα ή στοπ από δουλειά.
Τι να κάνει το αφεντικό, λέει, εντάξει, ρε παιδιά, πάρτε τα. Βλέπεις, λοιπόν; Το κεφάλαιο εκμεταλλεύεται τους εργάτες, ή οι εργάτες το κεφάλαιο;

Εγώ τον κοιτάω σα χαζός, ούτε να γελάσω, δε μπορώ με τόσο χοντρή μαλακία, σκέφτομαι μήπως και τα αστέρια που φοράει είναι μπαλαμούτι, αλλά μπα, άμα άκουγες, τον αρχηγό του, που ήτανε και συνταγματάρχης, το τι έλεγε θα σου ρχόταν ο ουρανός σφοντύλι.
Κι όμως, εφτά χρόνια τον ακούγανε καθηγητάδες, ακαδημαϊκοί και δε συμαζεύεται, χωρίς να του ρίξουν ούτε μια μούτζα…..
Τέλος, από την αμηχανία μας έβγαλε ο κύριος διοικητής, ο οποίος σαν ασφαλίτης μας ήξερε καλύτερα και ήτανε αΐτός, που λένε, μπροστά στο κτήνος. Σηκώνεται απάνω και λέει, έλα, ρε Σταύρο τέτοιες μαλακίες του λές αυτουνού; αυτός, ρε, αμά σε πιάσει στα λιμά, μέχρι κόμισσα μπορεί να σε κάνει, και γυρνώντας σε μένα, έλα, ρε, Σαλονικιέ, η παράσταση τέλειωσε, τράβα στο κελί σου. Μπήκανε οι χαφιέδες, με πήρανε πίσω στο κελί….»

»Τι να σου πω, όλα αυτά τα χρόνια που εσύ έλειψες, τα χρόνια λέω που μας άντρωσαν μέσα στην κρεατομηχανή, μ’ έχουν μπερδέψει. Είναι δύσκολο πια να ξεχωρίσεις που βρίσκεται η μπέσα, η παλικαριά, ή η ανθρωπιά, που θα ‘λεγαν οι μορφωμένοι, αυτή που βγαίνει ίσα από μέσα μας σα μαχαίρι, που δεν καθορίζεται απ’ όξω σαν μια εξαιρετική στάση, αλλά την κουβαλάμε μέσα μας, σαν μια μνήμη ή σαν συνηθισμένη καλημέρα…

Αποσπάσματα απ’ το βιβλίο του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;
«»….Ο παπάς κι ο Ναύαρχος ήταν και μορφωμένοι, και οι δυό τους απόφοιτοι σχολαρχείου.
Ο παπάς μπήκε για πρώτη φορά στη φυλακή ως πολιτικός κρατούμενος, ήτανε αντάρτης του Ε.Λ.Α.Σ, είχε βουτήξει ένα αυτόματο μαρσίπ από έναν Γερμαναρά, και μ’ αυτό ήτανε, να πούμε, ερωτευμένος.
Στη φυλακή, κάθε φορά που τον στριμώχνανε, έλεγε, α, ρε, και να ‘ χα το μαρσίπ, τα τα τα τα, θα σας καθάριζα όλους, τέκνα του Σατανά! Ας όψεται η καθοδήγηση που μας παρέδωσε στα χέρια σας, όπως ο Πόντιος Πιλάτος τον Ιησούν εις τους Ρωμαίους.

Έτσι τον βγάλανε Παπαμαρσίπ… Ε, όταν η καθοδήγα μας, αφού καθαρίσαμε με τους Γερμανούς, μας αφόπλισε και μας έστειλε στα σπίτια μας για να μας σφάξουν με την ησυχία τους οι ταγματασφαλίτες, γύρισε κι ο Παπαμαρσίπ στο χωριό του κλαίγοντας, όπως όλοι μας άλλωστε. Μόνο ο ’ρης, όπως είναι γνωστό, τους είπε, χέστε με, ρε μαλάκες, και δεν παρέδωσε. Η καθοδήγηση βέβαια τον αποκήρυξε, κι έτσι ουσιαστικά τον δολοφόνησε. Σήμερα όλοι τον τιμούν, αλλά κανένας μαλάκας από την τότε καθοδήγηση δεν αυτοκτόνησε, δεν παραιτήθηκε, δεν έφαγε καρπαζιά. Όσοι ζουν, εξακολουθούν να είναι καθοδήγηση ή να τιμούνται σαν βετεράνοι του κινήματος και άλλα τέτοια. Βλέπεις, όλοι βολεύονται στη χαβούζα «το κόμμα έκανε λάθη».
Τι να πεις, χεσ ΄τα… Ο ’ρης δεν ήταν μονάχα μεγάλος πολεμάρχος, είχε και μυαλό, και προπαντός την αγάπη του κόσμου γι ΄ αυτό τον φάγανε…

Οταν λοιπόν ο Παπαμαρσίπ έμαθε οτί το κόμμα αποκήρυξε τον ’ρη, έγινε Τούρκος που λένε. Την Κυριακή στην εκκλησία, αφού πρώτα τράβηξε μια βαρβάτη δέηση στο θεό, να φυλάει τον ’ρη και τα παλικάρια του από κάθε κακό, όταν η λειτουργία έφτασε στον πολυχρόνιο που λέγανε για το βασιλιά ο Παπαμαρσίπ το είπε για τον ’ρη. «Πολυχρόνιον ποιήσαι Κύριος ο Θεός ημών τον πρωτοκαπετάνιον ημών ’ρην Βελουχιώτην…»
Ε, όπως ήταν φυσικό, το κόμμα τον αποκήρυξε, ο δεσπότης τον καθαίρεσε κι η χωροφυλακή τον τσάκωσε, και αφού του ‘ριξε κάνα δυο μπερντάχια, τον πήγανε σε δίκη και του ‘ριξαν και δέκα χρόνια φυλακή……….

Η καθοδήγα τον είχε στα μαύρα κατάστιχα που πήγε κόντρα στη γραμμή του κόμματος, αλλά κι ο παπάς δεν ήταν από κείνους που σκύβουν το κεφάλι. Εκ του φυσικού του, άλλωστε, ως παπάς, ήξερε απο ψυχολογικό πόλεμο και τερτίπια, όσο τουλάχιστον και η καθοδήγηση.
Έτσι η καθημερινή σχεδόν σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Ε, μια από τις πολλές φορές που τον κάλεσε η καθοδήγηση και του λέγε ότι το κόμμα έχει ράμματα για τη γούνα του και τα τέτοια που λέει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο παπάς, αφού τους κοίταξε καλά καλά, σήκωσε τα ράσα του χούφτωσε τα αχαμνά του και τους λέει: Εδώ σας έχω γραμμένους και σας και το κόμμα σας, διότι είστε χειρότεροι κι από τους δεσποτάδες κι ας μη φοράτε ράσα, και γω δεν έφυγα απ’ αυτούς για να πέσω στη δική σας εξουσία….
Μάζεψε λοιπόν το ταμασίρι του και την κοπάνησε για την αχτίνα των ποινικών. «Πάω να σώσω και καμιά ψυχη τουλάχιστον, παρά ν’ ακούω και κυρίως να υφίσταμαι τις μαλακίες σας, θε’ μου συχώρεσέ με….»
Η καθοδήγηση, ως συνήθως, κατέβασε ανακοίνωση «οτί ο παπάς έσπασε, όπως ήταν φυσικό, διότι ως παπάς και χριστιανός ήταν ασταθές ιδεολογικό στοιχείο, γεγονός που δεν του επέτρεπε να κατανοήσει τις ποικίλες φάσεις του επαναστατικού πρότσες…» Τι να πεις…….»

«Με μπάζουν στο γραφείο του διοικητή, με ήξερε από πιτσιρικά. Αφου κουβεντιάσαμε διάφορα παρουσία αξιωματικών και χαφιέδων της ασφάλειας, εγώ τσατισμένος, μου λέει: Ρε, Σαλονικιέ, σε ξέρω από τόσο δα, στα χέρια μας μεγάλωσες. Είσαι καλό παιδί, δουλευτάρης, όταν είσαι έξω βέβαια, σ’ αγαπάν οι γυναίκες, τι θέλεις και τραβιέσαι συνέχεια; Δεν κοιτάς και λίγο τη ζωή σου, τη μάνα σου που δε σε χάρηκε, και τα τέτοια.
Λέω, ωραίοι, είστε, να μη σας βασκάνω, εσείς είστε θεατές, ε, μόνος μου τραβιέμαι, δε με τραβολογάτε εσείς, ε; Δεν προσπαθείτε να με συντρίψετε σαν άνθρωπο….

Εμείς, ορίστε, εγώ δε σου ζητώ να υπογράψεις καμιά δήλωση, χαμογέλασε μου απλώς και σου δίνω το λόγο της τιμής μου, ότι θα πας σπίτι σου χωρίς να σε πειράξει κανείς, απλώς χαμογέλασε…
Οι μυς του προσώπου μου πονάνε αφόρητα απο την προσπάθεια να κρατήσω το γέλιο που ανεβαίνει από τα βάθη του είναι μου. Ένιωθα σαν ο μοναδικός υπερασπιστής του πολιτισμού των ανθρώπων.
Η εξουσία των νικητών, το εφιαλτικό κράτος, ζητούσε από μένα, τον παρία, που χρόνια και χρόνια προσπάθησε να με εξοντώσει, ‘απλώς’ να του χαμογελάσω…Είμαι ή δεν είμαι ο Ρομπέν των δασών; …
Του λέω κοίτα να δεις, δε μπορώ να κρατηθώ άλλο, θα χαμογελάσω, όχι για σένα, αλλά για μένα. Θα χαμογελάσω από ευτυχία για τον αδερφό μου τον άνθρωπο, για σας θα μου ήταν πιο εύκολο ένα δάκρυ…. »

«Μοναξιά είναι να έχεις πολλά να δώσεις και να μην υπάρχει κανείς να τα πάρει»

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: