Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

από kapetanios

του Γιώργου Κρητικίδη

Το άρθρο αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης μελέτης η οποία αποσκοπεί στην καταγραφή και την χαρτογράφηση των εξελίξεων των τελευταίων χρόνων της μετανάστευσης στη χώρα μας, σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο γεωγραφικό εύρος (περιφέρεια, νομού). Η Ελλάδα από χώρα προέλευσης των μεταναστών έχει γίνει χώρα υποδοχής μεταναστών, καθώς τα τελευταία χρόνια τα μεταναστευτικά ρεύματα αυξήθηκαν απότομα και ραγδαία στη χώρα μας.

Οι λόγοι και ο τόπος εγκατάστασης των μεταναστών, φύλλο, ηλικία, οικογενειακή κατάσταση, εκπαιδευτικό επίπεδο, χώρες προέλευσης/αποστολής, χρόνος παραμονής στην χώρα μας, εργατικό δυναμικό, απασχολούμενοι, άνεργοι, ποσοστό ανεργίας, μη ενεργός πληθυσμός, θέση εργασίας (μισθωτοί, αυτοαπασχολούμενοι, εργοδότες, συμβοηθούντα μέλη), κλάδος ή επάγγελμα που ασκούν, καθώς και οι επιπτώσεις του μεταναστευτικού ρεύματος[1] στην απασχόληση είναι τα προς εξέταση ζητήματα.

Εισαγωγή

Οι μέχρι σήμερα έρευνες, μελέτες και συζητήσεις που έχουν γίνει για την μετανάστευση, καταδεικνύουν το γεγονός ότι η είσοδος των μεταναστευτικών ρευμάτων συνδέεται έμμεσα ή άμεσα με το δομικό οικοδόμημα της χώρας μέσα από παράγοντες δημογραφικούς, οικονομικούς και ευρύτερα κοινωνικούς[2]. Τα κοινά χαρακτηριστικά του μεταναστευτικού πληθυσμού στις περισσότερες χώρες υποδοχής, κυρίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έναντι του γηγενή πληθυσμού μπορούν να ταξινομηθούν ως προς:

  • Την παρόμοια ηλικιακή δομή η οποία είναι πιο νεανική από αυτή των γηγενών,
  • Οι νέοι ηλικίας από 20 μέχρι 49 ετών που ανήκουν στον παραγωγικό πληθυσμό είναι περισσότεροι αναλογικά στους μετανάστες από ότι στους γηγενής,
  • Παρομοίως στην ίδια ηλικιακή ομάδα η αναλογία των απασχολούμενων έναντι όσων δεν απασχολούνται είναι μεγαλύτερη στους μετανάστες,
  • Η μετανάστευση αυξάνει τον ρυθμό μεγέθυνσης του εργατικού δυναμικού,
  • Η απασχόληση των μεταναστών συγκεντρώνεται κυρίως στην μισθωτή ανειδίκευτη ή χαμηλής εξειδίκευσης εργασία,
  • Η συγκέντρωση σε ορισμένους κλάδους ή επαγγέλματα μεγάλου ποσοστού μεταναστών, συνδέεται αφ ενός μεν με τις χαμηλές αμοιβές σε αυτούς, αφ ετέρου δε με το γεγονός ότι αναλαμβάνουν εργασίες σε μεγαλύτερο βαθμό, για τις οποίες ο γηγενής πληθυσμός δεν δείχνει ενδιαφέρον, και σε μικρότερο βαθμό εργασίες οι οποίες διεκδικούνται και από τον γηγενή πληθυσμό.

Στο παρόν άρθρο αποτυπώνονται και εξετάζονται, μέρος των ανωτέρω βασικών χαρακτηριστικών των μεταναστών που βρίσκονται στην χώρα μας, όπως προκύπτουν από την επεξεργασία των στοιχείων της Απογραφής του πληθυσμού που διεξήχθη από την ΕΣΥΕ το 2001.


Βασικά χαρακτηριστικά

Δομή του πληθυσμού

Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2001, στην χώρα μας βρίσκονται 762.191 μετανάστες, 415.552 άνδρες και 346.639 γυναίκες, (54,5% άνδρες και 45,5% γυναίκες).

Ο αριθμός των μεταναστών αντιστοιχεί στο 7,0% του πληθυσμού της χώρας, ενώ η αναλογία στην κατά φύλο εξέταση είναι μεγαλύτερη στους άνδρες έναντι των γυναικών (7,7% έναντι 6,3%).

Ο κύριος όγκος των μεταναστών, περίπου 80%, βρίσκεται στις παραγωγικές ηλικίες 15-64 ετών, περίπου 17% αυτών είναι ηλικίας 0-14 ετών και το 3,5% είναι γεροντικός πληθυσμός (>= 65 ετών). Οι μετανάστες δε οι οποίοι ανήκουν στον παραγωγικό πληθυσμό, ηλικίας από 20 μέχρι 44 ετών, αποτελούν πάνω από το ήμισυ του συνολικού πληθυσμού αυτών σε άνδρες και γυναίκες[3].

Η δομή του πληθυσμού των μεταναστών ανά 5ετή ομάδα ηλικιών και φύλο, σε σχέση με την αντίστοιχη δομή του ελληνικού πληθυσμού, δίνεται στο παρακάτω διάγραμμα.

Διάγραμμα 1

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας dk_smy5_p. Πραγματικός Πληθυσμός κατά ομάδες ηλικιών, φύλο και οικογενειακή κατάσταση  και πίνακας 9. Αλλοδαποί κατά φύλο, οικογενειακή κατάσταση και 5ετείς ομάδες ηλικιών.

Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

Αποτέλεσμα των παραπάνω αναλογιών είναι η συμμετοχή των μεταναστών στον συνολικό πληθυσμό να είναι αυξημένη στον νεανικό και παραγωγικό πληθυσμό έναντι του γεροντικού πληθυσμού (7,6%, 8,1% και 1,5% αντίστοιχα). Οι αντίστοιχες αναλογίες στην κατά φύλο εξέταση είναι μεγαλύτερες για τους άνδρες μετανάστες έναντι των γυναικών μεταναστριών.

Επιπρόσθετα, ακόμη μεγαλύτερη είναι η συμμετοχή των μεταναστών ηλικίας από 20 μέχρι 44 ετών, οι οποίοι ανήκουν στον παραγωγικό πληθυσμό, στον αντίστοιχο συνολικό πληθυσμό (10,9%), σε άνδρες (11,9%) και σε γυναίκες (9,4%).

Οικογενειακή Κατάσταση

Περίπου το ήμισυ των μεταναστών είναι έγγαμοι (48,2%), το 44,3% άγαμοι, χήροι το 3,3%, διαζευγμένοι το 3,0% και σε διάσταση το 1,2% αυτών. Η κατανομή των μεταναστών αναλόγως της οικογενειακής κατάστασης διαφέρει στην κατά φύλο εξέταση, διάγραμμα 2, καθώς στους άνδρες το 51% είναι άγαμοι, το 45% έγγαμοι ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες έχουν μικρότερα ποσοστά έναντι του συνόλου των μεταναστών. Στις γυναίκες το 52% είναι έγγαμες, το 36,4% άγαμες, χήρες το 5,6% και διαζευγμένες το 4,6% αυτών.

Διάγραμμα 2

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας 9. Αλλοδαποί κατά φύλο, οικογενειακή κατάσταση και 5ετείς ομάδες ηλικιών. Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

Οι διαφορετικές αναλογίες αναλόγως την οικογενειακή κατάσταση στην κατά φύλο εξέταση των μεταναστών, έχουν ως αποτέλεσμα και την διαφοροποίηση από τη μέση αναλογία ανδρών/γυναικών αυτών στις παραπάνω κατηγορίες. Όπως διαπιστώνουμε από το διάγραμμα 3, μικρότερη από την μέση αναλογία  των γυναικών έχει μόνο η κατηγορία των αγάμων όπου αντιστοιχούν 37 γυναίκες έναντι 45 του συνόλου των γυναικών. Όσον αφορά τις άλλες κατηγορίες, περίπου το ήμισυ των εγγάμων είναι γυναίκες (49%), το 60% των εν διαστάσει, το 70% των διαζευγμένων και το 77% των χήρων είναι γυναίκες.

Διάγραμμα 3

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας 9. Αλλοδαποί κατά φύλο, οικογενειακή κατάσταση και 5ετείς ομάδες ηλικιών.

Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

Τόπος Εγκατάστασης

Οι αστικές περιοχές αποτελούν κυρίως τον τόπο εγκατάστασης των μεταναστών, καθώς πάνω από 80% αυτών επιλέγουν να εγκατασταθούν στις εν λόγω περιοχές, ενώ το υπόλοιπο σε αγροτικές περιοχές (18,6%), διάγραμμα 4. Στους άνδρες η αναλογία αστικών/αγροτικών περιοχών είναι λίγο μικρότερη (79/21) ενώ στις γυναίκες υψηλότερη (84/16), με αποτέλεσμα η αναλογία των γυναικών να είναι μεγαλύτερη στις αστικές έναντι των αγροτικών περιοχών (48 – 39), ενώ των ανδρών στις αγροτικές περιοχές (52 – 61).

Διάγραμμα 4

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας 9. Αλλοδαποί κατά φύλο, οικογενειακή κατάσταση και 5ετείς ομάδες ηλικιών.

Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

Οι παραπάνω αναλογίες διαφοροποιούνται στην εξέταση κατά φύλο και ηλικιακές ομάδες, καθώς οι άνδρες που δεν ανήκουν στον παραγωγικό πληθυσμό είναι εγκαταστημένοι σε μεγαλύτερο βαθμό έναντι του συνόλου των ανδρών σε αστικές περιοχές, ενώ στις γυναίκες ο γεροντικός πληθυσμός είναι εγκαταστημένος σε μεγαλύτερο βαθμό από αυτόν του συνόλου των γυναικών σε αστικές περιοχές και ο νεανικός γυναικείος πληθυσμός είναι εγκαταστημένος σε μεγαλύτερο βαθμό έναντι του συνόλου των γυναικών σε αγροτικές περιοχές.

Μορφωτικό Επίπεδο

Το μορφωτικό επίπεδο των μεταναστών είναι κυρίως απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης 28,0%, ενώ μαζί με τους αποφοίτους του δημοτικού (23,3%) υπερβαίνουν το ήμισυ αυτών. Σημαντικό μέρος αυτών είναι απόφοιτοι γυμνασίου (17,9%) ενώ ένα 8,3% έχει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είτε είναι κάτοχος διδακτορικού ή Μάστερ. Οι πτυχιούχοι ΤΕΛ και ΤΕΣ αναλογούν στο 3,1% αυτών, παραπλήσιο είναι το ποσοστό των πτυχιούχων μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (2,9%), οι πτυχιούχοι ΤΕΙ ή άλλης ανώτερης εκπαίδευσης αποτελούν το 2,2%, ένα 7,9% φοιτά στο Δημοτικό, 2,9% έχει εγκαταλείψει το δημοτικό και τέλος το 3,2% δεν γνωρίζει γραφή και ανάγνωση.

Οι άνδρες έχουν μεγαλύτερα ποσοστά στις εκπαιδευτικές βαθμίδες των πτυχιούχων ΤΕΛ και ΤΕΣ, των αποφοίτων γυμνασίου, στους αποφοίτους δημοτικού καθώς και όσων έχουν εγκαταλείψει το σχολείο είτε δεν γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση.

Κατά συνέπεια οι μετανάστριες γυναίκες έχουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, καθώς διαθέτουν μεγαλύτερα ποσοστά στις υπόλοιπες εκπαιδευτικές βαθμίδες, δηλαδή μεταξύ των αποφοίτων μέσης εκπαίδευσης έως των πτυχιούχων ανωτάτων σχολών. Οι αναλογίες στα δύο φύλα στους κατόχους διδακτορικού ή Μάστερ δεν διαφοροποιούνται, διάγραμμα 5.

Επιπρόσθετα, οι γυναίκες αναλογούν στο ήμισυ σχεδόν των μεταναστών που είναι απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης (49,2%), ενώ στις ανώτερες βαθμίδες η αναλογία κυμαίνεται μεταξύ 56,0% και 59,0%, διάγραμμα 6.

Στο σύνολο της χώρας το 30,5% του πληθυσμού είναι απόφοιτοι δημοτικού, το 22,3% απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης, το 9,0% έχει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είτε είναι κάτοχος διδακτορικού ή Μάστερ, το 3,9% είναι πτυχιούχοι ΤΕΛ και ΤΕΣ, 11,3% είναι απόφοιτοι γυμνασίου, 2,5% είναι πτυχιούχοι μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ένα 6,4% φοιτά στο Δημοτικό, το 6,3% έχει εγκαταλείψει το δημοτικό και τέλος το 3,6% δεν γνωρίζει γραφή και ανάγνωση. Στις γυναίκες, στο σύνολο του πληθυσμού, υψηλότερα ποσοστά συναντώνται στις εκπαιδευτικές βαθμίδες των αποφοίτων μέσης εκπαίδευσης, των πτυχιούχων μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των αποφοίτων δημοτικού και των τελευταίων δύο βαθμίδων, (διάγραμμα 5), ενώ στους άνδρες συναντώνται υψηλότερα ποσοστά στις υπόλοιπες εκπαιδευτικές βαθμίδες.

Οι γυναίκες αναλογούν πάνω από το ήμισυ, (μεταξύ 51,3% και 56,0%), στις βαθμίδες όπου συναντώνται σε αυτές και τα υψηλότερα ποσοστά, ενώ στις δύο τελευταίες βαθμίδες η αναλογία τους είναι πολύ μεγάλη, (62,0% και το 73,2% αντίστοιχα), διάγραμμα 6.

Διάγραμμα 5

Διάγραμμα 6

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακες 7. Αλλοδαποί κατά υπηκοότητα, φύλο και επίπεδο εκπαίδευσης και πίνακας 3. Πληθυσμός ηλικίας 6 ετών και άνω κατά φύλο, ομάδες ηλικιών και επίπεδο εκπαίδευσης.  Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

Επεξηγήσεις: 1. Κάτοχοι Διδακτορικού τίτλου, 2. Κάτοχοι Μάστερ, 3. Πτυχιούχοι Ανωτάτων Σχολών, 4.Πτυχιούχοι ΤΕΙ (ΚΑΤΕ, ΚΑΤΕΕ), Εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, 5. Πτυχιούχοι μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, 6. Απόφοιτοι Μέσης εκπαίδευσης, 7. Πτυχιούχοι ΤΕΛ, 8, Πτυχιούχοι ΤΕΣ, 9. Απόφοιτοι 3τάξιου Γυμνασίου, 10. Απόφοιτοι Δημοτικού, 11. Φοιτούν στο Δημοτικό, 12. Εγκατέλειψαν το Δημοτικό αλλά γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση, 13. Δεν γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση.

Από τα παραπάνω διαπιστώνεται ότι ο μεταναστευτικός πληθυσμός που βρίσκεται στην χώρα μας, διαθέτει ένα μέσο εκπαιδευτικό επίπεδο παρόμοιο με αυτό του συνολικού πληθυσμού. Η συμμετοχή των μεταναστών έναντι του συνολικού πληθυσμού είναι μεγαλύτερη στις εκπαιδευτικές βαθμίδες των αποφοίτων μέσης εκπαίδευσης, του γυμνασίου, όσων φοιτούν στο δημοτικό καθώς και όσων δεν γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση, (κυρίως στους άνδρες). Στις εν λόγω εκπαιδευτικές βαθμίδες οι μετανάστες αναλογούν σε ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 8,6% και 11,1% ως προς τον πληθυσμό των αντίστοιχων βαθμίδων, ποσοστό μεγαλύτερο από την μέση αναλογία των μεταναστών στον πληθυσμό (7,0%), ενώ στους άνδρες οι αναλογίες είναι αυξημένες έναντι των γυναικών. Στις γυναίκες μετανάστριες, με εξαίρεση όσων δεν γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση, εκτός από τις παραπάνω βαθμίδες αναλογούν σε μεγαλύτερη από τη μέση αναλογία στους πτυχιούχους ΤΕΛ και ΤΕΣ καθώς και στην Ανώτατη εκπαίδευση.

Χώρες Προέλευσης/Αποστολής

Ο αριθμός των χωρών προέλευσης/αποστολής (υπηκοότητα μεταναστών) ανέρχεται σε 215 χώρες, ενώ προστίθενται ακόμη 4 κατηγορίες με μετανάστες των οποίων η υπηκοότητα είναι: αδιευκρίνιστη, χωρίς υπηκοότητα, περιοχές μη οριζόμενες και μη οριζόμενες αλλού.

Το μεγαλύτερο ποσοστό των μεταναστών προέρχεται από την Αλβανία 57,5% (438.036 άτομα), πάνω από το 1/4 των μεταναστών προέρχεται από 11 χώρες, των οποίων ο αριθμός των μεταναστών ανά χώρα υπερβαίνει τα 10.000 άτομα, ενώ πάνω από 10,0% προέρχεται από 12 ακόμη χώρες των οποίων το μέγεθος κυμαίνεται μεταξύ 5.000 και 10.000 ατόμων. Κατά συνέπεια το μεγαλύτερο μέρος (93,8%) του πληθυσμού των μεταναστών προέρχεται από 24 χώρες, ενώ από τις υπόλοιπες 195 χώρες το υπόλοιπο 6,2%, διάγραμμα 7.

Διάγραμμα 7

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας 3. Αλλοδαποί κατά υπηκοότητα, φύλο και κύριο λόγο εγκατάστασης στην Ελλάδα.

Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

Από τις 24 κυριότερες χώρες προέλευσης/αποστολής οι 20 είναι από την Ευρώπη και την Ασία, από 10 χώρες, 2 από την Βόρεια Αμερική και από μία χώρα η Αυστραλία και η Αφρική. Τα 3/4 των μεταναστών προέρχονται από την Ευρώπη, (57,5% Αλβανία και 17,0% οι υπόλοιπες 9 χώρες), ένα 14,0% από τις χώρες τις Ασίας, από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά το 3,2%, από την Αυστραλία το 1,2%, την Αφρική το 1,0% και το υπόλοιπο 6,2% από τις υπόλοιπες χώρες, διάγραμμα 8.

Η συμμετοχή των 15 χωρών μελών της ΕΕ ανέρχεται στο 6,1% των μεταναστών, οι δέκα προς ένταξη χώρες στην ΕΕ[4] το 2004 αναλογούν στο 4,2%, ενώ οι προς ένταξη το 2007 δύο χώρες (Βουλγαρία και Ρουμανία) αναλογούν στο 7,5% του πληθυσμού των μεταναστών.

Διάγραμμα 8

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας 3. Αλλοδαποί κατά υπηκοότητα, φύλο και κύριο λόγο εγκατάστασης στην Ελλάδα.

Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).


Λόγοι Εγκατάστασης

Από τους λόγους εγκατάστασης, όπως αυτοί δηλώθηκαν από τους μετανάστες, πάνω από το ήμισυ δήλωσε ότι ήρθε για εργασία (54,2%), ενώ ένα σημαντικό μέρος το οποίο ξεπερνά το 1/5 αυτών δήλωσε άλλο λόγο (εκτός των κυρίων κατηγοριών της απογραφής 21,5%). Την επανένωση οικογένειας ως λόγο εγκατάστασης, δήλωσε το 13%, για επαναπατρισμό ή παλιννόστηση περίπου το 7%, την αναζήτηση ασύλου ή ως πρόσφυγες 1,3% και 0,3% αντίστοιχα, ενώ για σπουδές έχει εισέλθει το 2,7% των μεταναστών, διάγραμμα 9.

Στους άνδρες μετανάστες, μεγαλύτερο είναι το ποσοστό που δήλωσε ως λόγο εγκατάστασης την εργασία 58,9%, ίσο όσων εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες ενώ μικρότερα είναι τα ποσοστά στους υπόλοιπους λόγους εγκατάστασης.

Αντίστοιχα οι γυναίκες έχουν μικρότερο ποσοστό που δήλωσε ως λόγο εγκατάστασης την εργασία 48,6%, ίσο όσων εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες ενώ μεγαλύτερα είναι τα ποσοστά στους υπόλοιπους λόγους εγκατάστασης.

Διάγραμμα 9

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας 3. Αλλοδαποί κατά υπηκοότητα, φύλο και κύριο λόγο εγκατάστασης στην Ελλάδα. Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

Οι παραπάνω διαφοροποιήσεις μεταξύ των φύλων ως προς τους λόγους εγκατάστασης έχουν ως αποτέλεσμα την διαφοροποίηση της αναλογίας μεταξύ των φύλων (ανδρών/γυναικών) σε κάθε λόγο, διάγραμμα 10. Η αναλογία των φύλων φθάνει το 59,2% για τους άνδρες στην αναζήτηση εργασίας έναντι 40,8% των γυναικών, ξεπερνά το ήμισυ στους λόγους εγκατάστασης “Σπουδές”, “Αναζήτηση ασύλου” και “Πρόσφυγες”, (50,1%,51,5% και 52,4% αντίστοιχα), αντιστοιχούν περίπου στο ήμισυ στους “Άλλοι λόγοι” (49,8%), ενώ υπολείπονται των γυναικών στους λόγους “Επαναπατρισμός – Παλιννόστηση” και “Επανένωση οικογένειας”  (47,7% και 47,9% αντίστοιχα).

Διάγραμμα 10

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας 3. Αλλοδαποί κατά υπηκοότητα, φύλο και κύριο λόγο εγκατάστασης στην Ελλάδα. Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

Οι ως άνω αναλογίες τόσο ως προς τους λόγους εγκατάστασης όσο και οι αναλογίες μεταξύ ανδρών/γυναικών διαφοροποιούνται στην ανάλυση ανά υπηκοότητα, διάγραμμα 11.

  • Οι μετανάστες που προέρχονται από την Αλβανία, οι οποίοι αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των μεταναστών πάνω από το ήμισυ ο λόγος εγκατάστασης είναι η εργασία (55%), περίπου το 1/4 δήλωσε άλλοι λόγοι (24,3%) και ένα 16% την επανένωση οικογένειας.
  • Στις χώρες της Ε.Ε. 15 το μεγαλύτερο μέρος, περίπου το 40% αυτών, ο λόγος εγκατάστασης είναι οι άλλοι λόγοι, πάνω από το 1/3 για εργασία (35,7%), το 13,5% την επανένωση οικογένειας και ένα 9,5% για επαναπατρισμό – παλιννόστηση.
  • Από τις 10 χώρες με τις οποίες θα διευρυνθεί η Ε.Ε., η εργασία ως λόγος εγκατάστασης έχει το μεγαλύτερο μερίδιο 43,2%, δεύτερος κατά σειρά λόγος είναι οι σπουδές 21,8%, οι άλλοι λόγοι αντιστοιχούν στο 17,2% και το 7,8% την επανένωση οικογένειας.
  • Ως προς τις δύο ακόμα χώρες με τις οποίες θα διευρυνθεί η Ε.Ε. (Βουλγαρία, Ρουμανία), το 78,5% ως λόγο εγκατάστασης δήλωσε την εργασία, το 8,6% άλλους λόγους και το 7,1% την επανένωση οικογένειας.
  • Από τις 15 χώρες όπου οι μετανάστες ξεπερνούν τις 5.000 και δεν ανήκουν στις παραπάνω υπηκοότητες[5], λίγο μεγαλύτερο από το ήμισυ ως λόγο εγκατάστασης δήλωσε την εργασία (51,3%), το 1/5 τον επαναπατρισμό – παλιννόστηση, το 14,2% άλλους λόγους και το 9,3% την επανένωση οικογένειας.
  • Τέλος από τις υπόλοιπες χώρες πάνω από το ήμισυ δήλωσε την εργασία ως κύριο λόγο εγκατάστασης ενώ το 1/5 άλλους λόγους, (53% και 20% αντίστοιχα). Οι κατηγορίες επανένωση οικογένειας και επαναπατρισμός – παλιννόστηση  αθροιστικά αντιστοιχεί το 16% αυτών, για σπουδές το 5,5%, για αναζήτηση ασύλου το 3,8% και το υπόλοιπο 1% ως πρόσφυγες.

Διάγραμμα 11

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας 3. Αλλοδαποί κατά υπηκοότητα, φύλο και κύριο λόγο εγκατάστασης στην Ελλάδα. Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

Χαρακτηριστικό των υπηκόων των χωρών της Ε.Ε. 15 καθώς και όλων των χωρών με τις οποίες μελλοντικά αυτή θα διευρυνθεί, μεγαλύτερη είναι συμμετοχή των γυναικών έναντι των ανδρών σε όλους τους λόγους εγκατάστασης, σε αντίθεση με τις συνολικές αναλογίες μεταξύ των δύο φύλων στους μετανάστες.

Όσον αφορά στους λόγους εγκατάστασης ανά υπηκοότητα, διάγραμμα 12, οι μετανάστες που προέρχονται από την Αλβανία υπερέχουν έναντι των υπολοίπων στους λόγους εγκατάστασης “εργασία”, “επανένωση οικογένειας” και “άλλοι λόγοι”, οι μετανάστες οι οποίοι προέρχονται από τις 15 κυριότερες χώρες στους λόγους  “επαναπατρισμό-παλιννόστηση”, αναζήτηση ασύλου” και “πρόσφυγες” ενώ από τις 10 χώρες με τις οποίες θα διευρυνθεί η ΕΕ στην κατηγορία των σπουδών .

ü  Από τους 413.200 μετανάστες που δήλωσαν την εργασία ως λόγος εγκατάστασης, το 58,2% αυτών προέρχονται από την Αλβανία, λιγότερο από το 1/5 από τις 15 κυριότερες χώρες προέλευσης, ενώ με 11% συμμετέχουν οι δύο προς διεύρυνση χώρες στην Ε.Ε.-15 Βουλγαρία και Ρουμανία.

ü  Από τους 51.700 μετανάστες που δήλωσαν ως λόγο “Επαναπατρισμό-Παλιννόστηση” περίπου το 60% προέρχονται από τις 15 κυριότερες χώρες προέλευσης (59,6%), κυρίως από Η.Π.Α., Καναδά, Αυστραλία, Ρωσική Ομοσπονδία, Γεωργία, Αρμενία και Τουρκία, περί το 1/4 από την Αλβανία (23%) και 8,6% από την Ε.Ε.-15.

Διάγραμμα 12

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας 3. Αλλοδαποί κατά υπηκοότητα, φύλο και κύριο λόγο εγκατάστασης στην Ελλάδα. Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

ü  Από τους 100.000 μετανάστες που δήλωσαν ως λόγο την “Επανένωση οικογένειας” το 70% προέρχεται από την Αλβανία, 14% από τις 15 κυριότερες χώρες προέλευσης, κυρίως από Η.Π.Α., Αυστραλία, Ρωσική Ομοσπονδία, Γεωργία, Αρμενία και Ουκρανία, από την Ε.Ε.-15 το 6,2% και 4,1% από την Βουλγαρία και Ρουμανία.

ü  Από τους 21.000 μετανάστες που δήλωσαν τις “Σπουδές” ως λόγο, το 40% προέρχεται από την Αλβανία, το 1/3 από τις 10 χώρες της διεύρυνσης της Ε.Ε. και λιγότερο από 10% από τις 15 κυριότερες χώρες προέλευσης.

ü  Από τους 10.000 μετανάστες που δήλωσαν ως λόγο την “Αναζήτηση ασύλου” το 42% προέρχεται από τις 15 κυριότερες χώρες προέλευσης (κυρίως Τουρκία και Ιράκ), 20% από τις 10 χώρες της διεύρυνσης της Ε.Ε. ένα 15% από την Βουλγαρία και την Ρουμανία.

ü  Από τους 2.400 Πρόσφυγες, το 64,2% προέρχεται κυρίως από τις 15 κυριότερες χώρες προέλευσης (κυρίως Τουρκία, Ιράκ και Ιράν), ενώ ένα 18% από την Βουλγαρία και την Ρουμανία.

ü  Από τους 164.000 μετανάστες που δήλωσαν “Άλλο λόγο” περίπου τα 2/3 προέρχεται από την Αλβανία (64,8%), 14% από τις 15 κυριότερες χώρες προέλευσης, ενώ από την Ε.Ε.-15 το 11,4%.

Διάρκεια παραμονής όσων δήλωσαν ότι εγκαταστάθηκαν για εργασία

Από τους μετανάστες οι οποίοι δήλωσαν ως λόγο εγκατάστασης την εργασία, το 41,0% αυτών βρίσκεται στη χώρα 5 και πλέον έτη, το 46,8% από 1 έως 5 χρόνια και το 12,2% μόλις ένα έτος, διάγραμμα 13.

Στους άνδρες μεγαλύτερη είναι η αναλογία όσων βρίσκονται στην χώρα από 5 και πλέον έτη και μικρότερη στις άλλες δύο κατηγορίες (42,4%, 45,7% και 11,9% αντίστοιχα), ενώ αντίθετα στις γυναίκες μεγαλύτερο από το μέσο όρο είναι η παραμονή όσων μεταναστριών βρίσκονται στη χώρα από 1-5 έτη και για ένα χρόνο, έναντι όσων βρίσκονται 5 και πλέον έτη, (48,4%, 12,7% και 38,9% αντίστοιχα).

Οι αναλογίες των μεταναστών που προέρχονται από την Αλβανία διαφοροποιούνται καθώς το 48,0% βρίσκεται από 5 και πλέον έτη, το 44,0% από 1-5 έτη και το 8,0% μόλις ένα χρόνο, ενώ στην κατά φύλο εξέταση ακολουθούν τις συνολικές διαφοροποιήσεις.

Οι ως άνω αναλογίες διαφοροποιούνται στην εξέταση τόσο μεταξύ των χωρών προέλευσης των μεταναστών ως τάξεις μεγέθους, που εγκαταστάθηκαν με σκοπό την ανεύρεση εργασίας όσο και αναλόγως  της υπηκοότητας αυτών.

Ως προς τις τάξεις μεγέθους των χωρών προέλευσης/αποστολής μεταναστών που εγκαταστάθηκαν με σκοπό την ανεύρεση εργασίας διαπιστώνουμε ότι:

  • Χώρες με αριθμό μεταναστών[6] πάνω από 10.000 ο κύριος όγκος βρίσκεται σε μετανάστες που η διάρκεια παραμονής τους είναι από 1-5 χρόνια 61,6% ενώ οι γυναίκες αναλογούν στο ήμισυ αυτών, μόλις το 1/5 αυτών βρίσκεται 5 και πλέον έτη (21,3%), ενώ το υπόλοιπο 17,1% κατά το τελευταίο χρόνο.
  • Χώρες των οποίων ο αριθμός των μεταναστών[7] είναι μεταξύ 4.000 και 8.000, είναι αυξημένη η συμμετοχή όσων βρίσκονται στην χώρα κατά το τελευταίο έτος 15,3% και μικρότερη στα άλλα χρονικά διαστήματα 1-5 έτη και από 5 και πλέον έτη (45,4% και 39,3%). Στην εν λόγω κατηγορία υπάρχει μεγάλη διακύμανση των αναλογιών μεταξύ των χωρών.

Διάγραμμα 13

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας 8. Αλλοδαποί κατά υπηκοότητα, φύλο και χρόνο παραμονής στην Ελλάδα που δήλωσαν ότι εγκαταστάθηκαν για εργασία..

Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

  • Περί το 1/4 των μεταναστών[8] βρίσκεται στην χώρα ένα έτος προερχόμενο από χώρες αποστολής των οποίων ο αριθμός των μεταναστών κυμαίνεται στο διάστημα από 3.000 έως 3.900, το 42,6% βρίσκεται 1-5 έτη και το υπόλοιπο 31,6% 5 και πλέον έτη.
  • Στις χώρες αποστολής με αριθμό μεταναστών[9] από 1.000 μέχρι 2.500 το 47,0% βρίσκεται 5 και πλέον έτη, πάνω από το 1/3 από 1-5 έτη (35,3%) και το 17,8% 1 έτος.
  • Τέλος στις υπόλοιπες χώρες με αριθμό μεταναστών που εγκαταστάθηκαν με σκοπό την ανεύρεση εργασίας μικρότερο από τα 1.000 άτομα, το 43,3% βρίσκεται 5 και πλέον έτη, το 36,8% από 1-5 έτη και το 20,0% περίπου 1 έτος, ενώ οι γυναίκες αναλογούν πάνω από το ήμισυ στις κατηγορίες με εξαίρεση όσων βρίσκονται το τελευταίο έτος στη χώρα.

Πάνω από τα 2/3 των μεταναστών που εγκαταστάθηκαν στην χώρα με σκοπό την  ανεύρεση εργασίας και βρίσκονται 5 και πλέον έτη προέρχονται από την Αλβανία, ένα 10% από χώρες με αριθμό μεταναστών > 10.000 ενώ το 12% από χώρες των οποίων ο αριθμός των μεταναστών είναι από 4.000 μέχρι 8.000.

Από τους μετανάστες που βρίσκονται από 1-5 χρόνια στη χώρα για ανεύρεση εργασίας, πάνω από το ήμισυ προέρχεται από την Αλβανία (54,6%), το ¼ περίπου από χώρες με αριθμό μεταναστών > 10.000 μετανάστες και το 12% από χώρες των οποίων ο αριθμός των μεταναστών είναι από 4.000 μέχρι 8.000.

Τέλος από τους μετανάστες που έχουν εγκατασταθεί στην χώρα 1 έτος με σκοπό την  ανεύρεση εργασίας το 40,0% προέρχεται από την Αλβανία, το ¼ από χώρες με αριθμό μεταναστών > 10.000, το 16% από χώρες των οποίων ο αριθμός των μεταναστών είναι από 4.000 μέχρι 8.000, ένα 10% από χώρες με αριθμό μεταναστών από 3.000 μέχρι 4.000.

Το Εργατικό Δυναμικό και ο μη ενεργός πληθυσμός

Πάνω από το ήμισυ των μεταναστών είναι ενταγμένο στην οικονομική ζωή της χώρας, περί τα 431.300 άτομα αποτελώντας λιγότερο από το 1/10 του συνολικού εργατικού δυναμικού (9,6%).

Περί τους 391.700 μετανάστες απασχολούνται ενώ οι άνεργοι πλησιάζουν τις 40.000. συμμετέχοντας κατά 9,5% και 7,8% στο σύνολο της απασχόλησης και των ανέργων αντίστοιχα, ενώ το μέσο ποσοστό ανεργίας των μεταναστών είναι μικρότερο από το μέσο της χώρας (9,2% έναντι 11,0%). Το ποσοστό ανεργίας των ανδρών μεταναστών είναι μικρότερο ενώ των γυναικών μεγαλύτερο, από το μέσο ποσοστό ανεργίας των μεταναστών, (8,0% και 11,9% αντίστοιχα).

Πάνω από τα 2/3 των μεταναστών που βρίσκονται στην αγορά εργασίας ή όσων απασχολούνται είναι άνδρες, ενώ αποτελούν τα 3/5 των ανέργων μεταναστών, (68,2%, 69,1% και 59,0% αντίστοιχα).

Πάνω από τα 2/3 του εργατικού δυναμικού και των απασχολούμενων προέρχεται από τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, ενώ στις ίδιες χώρες αναλογεί το 61,0% των ανέργων μεταναστών. Σημαντική είναι η συμμετοχή στις κατηγορίες του εργατικού δυναμικού των μεταναστών οι οποίοι προέρχονται από την Ασία, καθώς αποτελούν το 13,0% του εργατικού δυναμικού και των απασχολούμενων μεταναστών και το 16,0%των ανέργων. Η συμμετοχή των μεταναστών οι οποίοι προέρχονται από την Αμερική (κυρίως την βόρεια) και την Αφρική κυμαίνεται στο 2,4% σε όλες τις κατηγορίες του εργατικού δυναμικού των μεταναστών, με εξαίρεση των ανέργων από την Αμερική η συμμετοχή των οποίων ανέρχεται στο 3,6%. Τέλος η συμμετοχή των μεταναστών από την Ωκεανία κυμαίνεται στο 1,0% περίπου των μεταναστών σε όλες τις κατηγορίες του εργατικού δυναμικού.

Η αναλογία των ανδρών στους άνεργους μετανάστες είναι περίπου ίση με την μέση (59,0%), των ανέργων που προέρχονται από τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και την Ωκεανία, μικρότερη (55,2%) στους προερχόμενους από την Αμερική και μεγαλύτερη στους ανέργους από την Αφρική και την Ασία, (74 και 72% αντίστοιχα).

Το ποσοστό ανεργίας των μεταναστών που προέρχονται από τις χώρες της Ωκεανίας, της Αμερικής και της Ασίας είναι μεγαλύτερο του μέσου ποσοστού ανεργίας των μεταναστών, ίσο με το μέσο είναι το ποσοστό ανεργίας των μεταναστών από την Αφρική και μικρότερο στους ανέργους που προέρχονται από τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, (15,2%, 13,9%,11,29%, 9,2% και 8,1% αντίστοιχα).

Από τους μετανάστες που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας (μη ενεργός πληθυσμός), περίπου τα 2/3 ασχολούνται με την φροντίδα των οικογενειών (γυναίκες) και όσων δεν είναι ενταγμένοι στην αγορά εργασίας για διάφορους λόγους (32,7% και 32,0% αντίστοιχα), το ¼ βρίσκεται στην εκπαίδευση, ενώ το υπόλοιπο 10% περίπου είναι συνταξιούχοι / αποσυρμένοι από την αγορά εργασίας.

Οι μετανάστες που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας αναλογούν στο 5,2% του συνολικού μη ενεργού πληθυσμού, ενώ οι αναλογίες στις αντίστοιχες κατηγορίες διαμορφώνονται: στο 6,1% όσων βρίσκονται στην εκπαίδευση, στο 1,5% των συνταξιούχων/αποσυρμένων, στο 7,1% των ασχολούμενων με τις οικογενειακές φροντίδες και στο 8,0% όσων για διάφορους λόγους δεν είναι ενταγμένοι στην αγορά εργασίας.

Οι άνδρες μετανάστες που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας αποτελούν στο 36,7% των μη ενεργών μεταναστών, ενώ η συμμετοχή τους σε όλες τις κατηγορίες του μη ενεργού πληθυσμού, με εξαίρεση της φροντίδας των οικογενειών όπου είναι γυναίκες, υπερβαίνει το ήμισυ των κατηγοριών, (51,6% εκπαίδευση, 54,1% αποσυρμένοι και 57,0% άλλοι λόγοι).

Στο σύνολο της χώρας τα 2/3 που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας αποτελούν οι κατηγορίες όσων είναι στην εκπαίδευση, της φροντίδας των οικογενειών, και των μη ενεργών για διάφορους λόγους, ενώ το 1/3 αποτελούν οι συνταξιούχοι/αποσυρμένοι, (22,0%, 24,2%, 21,1% και 32,7% αντίστοιχα). Το 40,0% του μη ενεργού πληθυσμού της χώρας είναι άνδρες, ενώ οι αναλογίες στις επιμέρους κατηγορίες δεν διαφέρουν από αυτές των ανδρών μεταναστών, (50,6%, 52,1% και 56,8% αντίστοιχα).

Απασχόληση

Ο αριθμός των μεταναστών που απασχολούνται πλησιάζει τις 392.000, εκ των οποίων οι 271.000 είναι άνδρες και 121.000 γυναίκες. Η εν λόγω απασχόληση αντιστοιχεί στο 9,5% της συνολικής απασχόλησης της χώρας μας, ενώ στην κατά φύλλο αντιστοιχεί στο 10,4% για τους άνδρες και στο 8,0% για τις γυναίκες.

Η αναλογία στις ηλικιακές ομάδες μέχρι 39 ετών είναι υψηλότερη της μέσης αναλογίας των μεταναστών στο σύνολο της χώρας και μικρότερη στις υπόλοιπες σε άνδρες και γυναίκες. Την υψηλότερη αναλογία παρουσιάζουν οι νέοι ηλικίας από 15-19 ετών οι οποίοι αναλογούν στο 31,0% περίπου των νέων ίδιας ηλικίας που απασχολούνται, στους άνδρες ανέρχεται στο 38,0% περίπου, ενώ στις γυναίκες η αναλογία μειώνεται στο 18,0%, ενώ αποτελούν το 5,0% των απασχολούμενων μεταναστών

Ο κύριος όγκος των απασχολούμενων μεταναστών βρίσκεται στις ηλικίες από 20 μέχρι 44 ετών αποτελώντας το 78,3% αυτών, σε αντίθεση με την συνολική απασχόληση όπου οι ίδιες ηλικίες πλησιάζουν τα 2/3 των συνολικά απασχολούμενων (65,8%). Το ποσοστό αντίστοιχα των ανδρών μεταναστών στις ίδιες ηλικίες πλησιάζει το 80% αυτών, στις γυναίκες μειώνεται στα 3/4 των μεταναστριών που απασχολούνται (79,3% και 76,1% αντίστοιχα), ενώ αντίθετα στις αναλογίες των δύο φύλλων των συνολικά απασχολούμενων διαμορφώνονται σε 63,0% για τους άνδρες και στο 70,5% για τις γυναίκες[10].

Η απασχόληση των αλλοδαπών βρίσκεται κυρίως στην μισθωτή απασχόληση περίπου 90%, ως αυτοαπασχολούμενοι εργάζεται το 6,5%, 2,8% αυτών είναι εργοδότες και το 1,7% ανήκει στα συμβοηθούντα και μη αμειβόμενα μέλη.

Η αναλογία ανδρών/γυναικών είναι 69/31, αναλογία παραπλήσια στις κατηγορίες των μισθωτών (70/30) και των αυτοαπασχολούμενων (67,7/32,3). Στην κατηγορία των εργοδοτών η αναλογία διαμορφώνεται σε 72,4/27,6 ενώ στα συμβοηθούντα και μη αμειβόμενα μέλη υπερτερούν οι γυναίκες (84/16).

Ο μεγάλος όγκος της μισθωτής απασχόλησης των μεταναστών έχει ως αποτέλεσμα την μεγαλύτερη συμμετοχή αυτών έναντι της μισθωτής απασχόλησης στο σύνολο της χώρας, καθώς αποτελούν το 13% του εν λόγω συνόλου. Στις υπόλοιπες κατηγορίες η συμμετοχή των μεταναστών είναι μικρότερη καθώς αποτελούν το 2,3% των εργοδοτών, το 3,5% των αυτοαπασχολούμενων και το 3,1% στα συμβοηθούντα και μη αμειβόμενα μέλη.

Η απασχόληση κατά επάγγελμα και κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας

Πάνω από τα 1/3 των μεταναστών (37,0%) εργάζεται ως ανειδίκευτοι εργάτες χειρώνακτες και μικροεπαγγελματίες, πάνω από 1/4 ως τεχνίτες (27,0%) ενώ ένα 4,4% ως χειριστές μεταφορικών μέσων με αποτέλεσμα περισσότερο τα 2/3 των μεταναστών (68,3%) να εργάζονται στα εν λόγω επαγγέλματα. Ένα 10,4% των μεταναστών εργάζεται στην παροχή υπηρεσιών και ως πωλητές σε καταστήματα και σε υπαίθριες αγορές, το 7% ως ειδικευμένοι γεωργοί – κτηνοτρόφοι κλπ, το 9,6% στα υπόλοιπα επαγγέλματα ενώ τέλος το 4,7% αυτών δήλωσε ανεπαρκώς ή ασαφώς το επάγγελμα είτε δεν δήλωσε επάγγελμα, διάγραμμα 14.

Η αναλογία των μεταναστών στα παραπάνω επαγγέλματα ως ποσοστό στη συνολική απασχόληση της χώρας στα αντίστοιχα επαγγέλματα διαμορφώνεται σε 40,0% των ανειδίκευτων χειρωνακτών εργατών και μικροεπαγγελματιών, στο 17,0% των τεχνιτών και στο 6,0% των χειριστών μεταφορικών μέσων, ενώ ως σύνολο των εν λόγω επαγγελμάτων αναλογούν αντίστοιχα στο 21,1%. Στους εργαζόμενους στην παροχή υπηρεσιών και πωλητών σε καταστήματα και υπαίθριες αγορές συμμετέχουν κατά 7,4%, στους ειδικευμένους γεωργούς – κτηνοτρόφους κλπ κατά 5,1%, από 2,2% μέχρι 2,7% στα υπόλοιπα επαγγέλματα ενώ τέλος με 10,6% όσων δήλωσαν ανεπαρκώς ή ασαφώς το επάγγελμα είτε δεν δήλωσαν επάγγελμα, διάγραμμα 14.

Διάγραμμα 14

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας 15 (EUROSTAT). Απασχολούμενοι κατά φύλο και επάγγελμα, Σύνολο και Αλλοδαποί.

Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των μεταναστών που εργάζονται ως τεχνίτες, χειριστές, ανειδίκευτοι εργάτες και μικροεπαγγελματίες είναι ότι αποτελούν το 1/4 και το 7,4% των κατηγοριών των μισθωτών και των αυτοαπασχολούμενων αντίστοιχα της χώρας, καθώς και όσων εργάζονται ως μισθωτοί ειδικευμένοι γεωργοί – κτηνοτρόφοι κλπ οι οποίοι αποτελούν αντίστοιχα το ήμισυ των μισθωτών που απασχολούνται σε αυτό το επάγγελμα[11].

Η συμμετοχή των μεταναστριών γυναικών, πάνω από το ήμισυ, συγκεντρώνεται κυρίως στους ανειδίκευτους χειρώνακτες εργάτες (54,6%) ενώ σημαντική είναι και η παρουσία τους στην παροχή υπηρεσιών και πωλητών σε καταστήματα και υπαίθριες αγορές (17,8%), διάγραμμα 14. Πάνω από το ήμισυ των μεταναστών που απασχολούνται στην παροχή υπηρεσιών και πωλητών σε καταστήματα και υπαίθριες αγορές και στους υπαλλήλους γραφείου είναι γυναίκες, πλησιάζουν το ήμισυ όσων ασκούν επιστημονικά, καλλιτεχνικά και συναφή επαγγέλματα είτε είναι τεχνολόγοι ή τεχνικοί (48,0% και 44,0% αντίστοιχα) ενώ μειώνεται στο 25% στα υπόλοιπα.

Περί το 1/4 των μεταναστών εργάζεται στον κλάδο των κατασκευών, το 1/5 περίπου στον α΄γενή τομέας (18,0%), στην βιομηχανία το 12% αυτών, ένα 11,0% στα ιδιωτικά νοικοκυριά ενώ ένα 16,0% αυτών εργάζονται στους κλάδους του εμπορίου και των ξενοδοχείων – εστιατορίων (από 8,0% ο κάθε ένας), διάγραμμα 15.

Η αναλογία των μεταναστών στους παραπάνω κλάδους ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης των εν λόγω κλάδων αυτών διαμορφώνεται σε 27,4% για τις κατασκευές, σε 11,6% για το α΄γενή τομέα, στην βιομηχανία σε 9,4%, σε 13,0% για τα ξενοδοχεία – εστιατόρια, στο 5,1% για το Εμπόριο και πάνω από τα 3/4 στα ιδιωτικά νοικοκυριά, διάγραμμα 15.

Διάγραμμα 15

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφή πληθυσμού 2001, πίνακας 17 (EUROSTAT). Απασχολούμενοι κατά φύλο και κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, Σύνολο και Αλλοδαποί.

Επεξεργασία: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (Γ. Κρητικίδης).

Η απασχόληση των μεταναστριών γυναικών συγκεντρώνεται κυρίως στα ιδιωτικά νοικοκυριά, στα ξενοδοχεία – εστιατόρια και στον α΄γενή τομέα, (34,6%, 12,4% και 14,0% αντίστοιχα), διάγραμμα 15, ενώ αναλογούν στο σύνολο σχεδόν των μεταναστών που απασχολείται στα ιδιωτικά νοικοκυριά (95,5%) και πάνω από το ήμισυ στα ξενοδοχεία – εστιατόρια (55,6%).

Η απασχόληση των μεταναστών συγκεντρώνεται κυρίως στον γ΄γενή και το β΄γενή τομέα της οικονομίας (39,4% και 37,3% αντίστοιχα), συμμετέχοντας με ποσοστό 16,4% και 6,4% στην συνολική απασχόληση των εν λόγω τομέων η συμμετοχή των οποίων στην απασχόληση της χώρας είναι 58,6% και 21,7% αντίστοιχα.

Ο κύριος όγκος των μεταναστών εργάζεται όπως προαναφέραμε ως μισθωτός με αποτέλεσμα η συμμετοχή τους στο σύνολο των μισθωτών ανά τομέα παραγωγής να είναι στα 2/3  για τον α΄γενή τομέα[12], στο 1/5 για τον β΄γενή και στο 7,5% για τον γ΄γενή τομέα.

Συμπεράσματα

Όπως διαπιστώνουμε, τα βασικά χαρακτηριστικά τα οποία προαναφέρθηκαν στην εισαγωγή του άρθρου των μεταναστευτικών πληθυσμών επιβεβαιώνονται μέσα από την εξέταση των στοιχείων της απογραφής, καθώς δεν προκύπτει κάποια διαφοροποίηση. Αντίθετα ενισχύουν ή λειτουργούν επικουρικά σε θέσεις για την αναγκαιότητα μιας νέας μεταναστευτικής πολιτικής [13]καθώς:

  • Δεν είναι δυνατή ούτε επιθυμητή η “μηδενική μετανάστευση”,
  • Η μετανάστευση είναι στοιχείο της διεθνοποίησης των οικονομιών καθώς η μετακίνηση των κεφαλαίων προς και από την Ε.Ε. ή προς οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα των κεφαλαιούχων ή των επιχειρήσεων, η μετακίνηση του συντελεστή εργασίας, που μεταφέρει μαζί του τις παραγωγικές του ικανότητες είναι όχι μόνο κατά κανόνα συνάρτηση υπαρκτών αναγκών, αλλά μπορεί να αποτελέσει βασικό παράγοντα ανάπτυξης νέων οικονομικών δραστηριοτήτων.
  • Η μεταναστευτική πολιτική δεν μπορεί παρά να είναι μέρος της αναπτυξιακής πολιτικής και πολιτικής εργατικού δυναμικού, να έχει επομένως στόχους που να συμβαδίζουν με τις άλλες κρατικές πολιτικές σε αυτούς τους τομείς.

[1]Πρόκειται για το μεταναστευτικό απόθεμα το οποίο προκύπτει από τα αποτελέσματα της απογραφής, καθώς  είναι δύσκολο να απεικονιστεί από τα επίσημα στοιχεία, η ακριβής ποσοτική διάσταση των μεταναστευτικών ροών, στο βαθμό που η συντριπτική πλειοψηφία των μεταναστών που εισήλθαν στην χώρα στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 ήταν παράνομοι.

[2] Για περισσότερα βλέπε: 1) Χρ. Μπάγκαβος–Δ. Παπαδοπούλου, Μεταναστευτικές τάσεις και ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Αθήνα 2003, 2) Τετράδια του ΙΝΕ, «Η νέα μεταναστευτική πολιτική», Απρίλιος 2003, τεύχος 24, 3) Ετήσιες Εκθέσεις ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, 2000 και 2003.

[3] Ο παραγωγικός πληθυσμός ηλικίας από 20 μέχρι 44 ετών στο σύνολο της χώρα δεν υπερβαίνει το 38,0% του συνολικού πληθυσμού της χώρας.

[4] Οι δέκα προς ένταξη χώρες στην ΕΕ το 2004 είναι: Κύπρος, Πολωνία, Τσεχία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Λιθουανία, Εσθονία, Σλοβενία, Μάλτα και Λάτβια, ενώ ο κύριος όγκος των μεταναστών προέρχεται από τις δύο πρώτες χώρες.

[5] Από τις 24 κυριότερες χώρες προέλευσης έχουν αφαιρεθεί οι χώρες της ΕΕ-15, οι 12 χώρες προς διεύρυνση αυτής και η Αλβανία, με αποτέλεσμα να αναφερόμαστε σε 15 χώρες με μεταναστευτικό πληθυσμό =>5.000 ατόμων.

[6] Περιλαμβάνονται 5 χώρες αποστολής: Βουλγαρία, Ρουμανία, Γεωργία, Πακιστάν και Ουκρανία.

[7] Περιλαμβάνονται 9 χώρες αποστολής: Πολωνία, Ρωσία, Ινδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Φιλιππίνες, Κύπρος, Αίγυπτος, Μπανγκλαντές και Μολδαβία.

[8] Περιλαμβάνονται 5 χώρες αποστολής: Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Συρία, Αρμενία και Ιράκ.

[9] Περιλαμβάνονται 7 χώρες αποστολής: Γιουγκοσλαβία, Γαλλία, Ιταλία, Τουρκία, Αυστραλία, Νιγηρία και Ολλανδία.

[10] Στις ηλικίες από 20-49 ετών η συμμετοχή των απασχολούμενων διαμορφώνονται σε 86,5%  για τους μετανάστες, με παρόμοια ποσοστά σε άνδρες και γυναίκες, σε 77,5% για το σύνολο των απασχολουμέ-νων, (75,0% για τους άνδρες και 82,0% στις γυναίκες). Οι αναλογίες στους γηγενής απασχολούμενους από 20 μέχρι 44 ετών είναι 64,5% στο σύνολο, 61,2% στους άνδρες και 70,0% στις γυναίκες, ενώ στις ηλικιακές ομάδες από 20 μέχρι 49 ετών είναι 76,5% για το σύνολο, 73,6% για τους άνδρες και 81,3% για τις γυναίκες.

[11] Η μισθωτή απασχόληση των ειδικευμένων γεωργών – κτηνοτρόφων κλπ στο σύνολο της χώρας είναι πολύ μικρή, καθώς αναλογεί μόλις στο 1,4% του συνόλου των μισθωτών.

[12] Ομοίως η μισθωτή απασχόληση στον α΄γενή κλπ στο σύνολο της χώρας είναι πολύ μικρή, καθώς αναλογεί στο 3,3% του συνόλου των μισθωτών

[13] Βλέπε σε αυτό το τεύχος το κείμενο του Σάββα Γ. Ρομπόλη, «Πολιτικές μετανάστευσης στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση», καθώς επίσης στο Π. Λινάρδος – Ρυλμόν, «Η αναγκαιότητα μιας νέας προσέγγισης της μετανάστευσης», Τετράδια του ΙΝΕ, Απρίλιος 2003, τεύχος 24.

Σχετικές αναρτήσεις

About these ads

3 σχόλια to “Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ”

  1. άσχετο ,
    αλλά να χαίρεστε τη συμβία σας, και να σας χαίρεται κι αυτή.
    φιλιά πολλά.
    δ

  2. Για τους μετανάστες έχουν γραφέι πάρα πολλά. Είναι ένα νέο σχετικά πεδίο για την ελληνική κοινωνική επιστήμη και ως εκ τούτου και υπάρχουν κενά και οι προσεγγίσεις έχουν πολλές μεθοδολογικές διαφορές. Κάθε προσπάθεια όμως προσέγγισης του θέματος έχει τη δική της αξία ακι συνεισφορά.

  3. δείμο
    η δουλειά του Κρητικίδη είναι όντως πάρα πολύ καλή !

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: